Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

Whiskers on kittens*

Δεν έχω αυταπάτες: τα Χριστούγεννα είναι η γιορτή - αποθέωση του καταναλωτισμού. Και η διάχυτη καλή διάθεση της περιόδου δεν έχει ίχνος πνευματικότητας. Καθορίζεται από το marketing του brand "Χριστούγεννα" και εγωιστικές προσδοκίες ευδαιμονίας.
Οι καταναλωτικές συμπεριφορές και τα προϊόντα, πάντως, μπορούν, όπως όλα, να λειτουργήσουν και ως πυροδοτητές αναμνήσεων, συναισθημάτων, σκέψεων. Οπότε ο ευτελής χαρακτήρας τους υποχωρεί και μένει η αξία τους ως ερεθίσματα. Και η σημερινή ανάρτηση, σε μια πρόσφατη βόλτα στα μαγαζιά οφείλεται.
Στη διάρκειά της, πέρασα ώρες σε μερικά από τα αγαπημένα μου εμπορικά καταστήματα της προ-χριστουγεννιάτικης περιόδου. Μια μυρωδιά σε ένα από αυτά (ένα βιβλιοπωλείο μεγάλης αλυσίδας, που διαθέτει και φιγούρες-παιχνίδια γνωστών παιδικών κινηματογραφικών ταινιών), με πήγε πολύ πίσω στο χρόνο. Ήταν η μυρωδιά των καινούργιων παιχνιδιών - μαζικής παραγωγής-, εκείνη η μυρωδιά φρέσκου πλαστικού, ανακατεμένη με μια δόση μωρουδιακής πούδρας και συνθετικών, γυαλιστερών τριχών που ξεχύνεται όταν ανοίγεις το κουτί με την κούκλα. Θα μπορούσε να γραφτεί και ποίημα για τη μυρωδιά αυτή, έτσι ανακατεμένη που είναι στις παιδικές υποθέσεις τις εορταστικές. Κάπως έτσι ένιωσα να μπαίνω σε ένα μικρο-βασίλειο εργαλείων χαράς (διότι, τι άλλο είναι τα παιχνίδια;), μαλλιού της γριάς, βανίλιας, φώτων που λαμπυρίζουν στο σκοτάδι, πολύχρωμων κορδελών που λύνονται, καρουζέλ με νανουριστικούς ήχους, αχνοζάχαρης και μελοκάρυδου. Και σκέφτηκα τον Δεκέμβρη ως έναν μήνα χαράς. Αλλά μετά αναρωτήθηκα: χαράς ή ευχαρίστησης;
Τα δύο φυσικά δεν είναι ίδια. Άλλο που συνήθως ο ορισμός τους μπλέκεται. Η ευχαρίστηση είναι πιο... ενήλικη, πιο ήρεμη, πιο επεξεργασμένη. Τη σκέφτομαι ως το αποτέλεσμα νοητικών διεργασιών. Ως το παρεπόμενο επίτευξης στόχων, της επαλήθευσης προσδοκιών καλά μελετημένων, την ανταμοιβή κοπιαστικής εργασίας, την ικανοποίηση πόθων. Ναι, ενήλικη είναι.
Η χαρά, από την άλλη, είναι παιδί. Είναι συμπυκνωμένη ουσία, χειμαρρώδης φουσκοκαρδιά. Αθώα, αυθόρμητη, λαμπερή. Ανεξάρτητη από μίζερους υπολογισμούς. Είναι μια μικρή μπαλίτσα φωτεινών χρωμάτων που ιριδίζουν. Η ευχαρίστηση βαθαίνει το βλέμμα, η χαρά το κάνει να αστράφτει και να σπινθηρίζει. Λοιπόν, ο Δεκέμβρης είναι χαρά. Και τα Χριστούγεννα είναι... κάτι σαν το καλοκαίρι του χειμώνα.
[Σε αντίθεση με ό,τι λέγεται, πάντως, η γιορτή αυτή δεν είναι μόνο για τα παιδιά, ούτε καν κυρίως για αυτά. Είναι πιο πολύ για τους νικημένους από την πρακτικότητα μεγάλους. Που θέλουν κι αυτοί, τώρα που μπορούν να το εκτιμήσουν, ένα διάλειμμα με μαγεία και ζεστασιά. Ή, μάλλον, για τα πολύ-πολύ μικρά παιδιά (που δεν το έχουν συνηθίσει ακόμα και όλα τούς είναι καινούργια και θαυμαστά) και τους μεγάλους. Οι ενδιάμεσες ηλικίες είναι, νομίζω, πιο σοβαρές και συγκρατημένες.]

Λοιπόν, μια και έχω κέφια σήμερα αλλά και λόγω θέματος, άρχισα να σκέφτομαι τι με κάνει να χαίρομαι, τι μου φτιάχνει τη διάθεση, τι μπορεί να προσέξω και να χαμογελάσω. Απλές, καθημερινές, μικρές αφορμές. Το παιχνίδι με ζωάκια και οι αδέξιες χαζομάρες που κάνουν. Η μυρωδιά φρεσκοψημένου γαλακτομπούρεκου στο δρόμο. Μια "καλημέρα" με εγκάρδιο χαμόγελο. Τα χαρούμενα πρόσωπα. Τα κατάπληκτα παιδικά μάτια. Η καλοσυνάτη ευγένεια. Η χαρά των άλλων όταν σε βλέπουν. Ένα αναπάντεχο, καλόγουστο δωράκι. Η λιακάδα μιας χειμωνιάτικης μέρας. Η ζεστασιά στον ήλιο, μετά από περπάτημα για πολλή ώρα στην κρύα σκιά. Η παράταση του χουζουρέματος στο κρεβάτι, ένα βροχερό πρωινό. Μια ενδιαφέρουσα σκέψη. Ένα ξεχασμένο όμορφο αντικείμενο που ανακαλύπτεις στα βάθη της αποθήκης - και τώρα ξέρεις τι να το κάνεις! Το τηλεφώνημα από έναν φίλο που έχετε να τα πείτε καιρό. Το να ξεκινάς νωρίς τη μέρα σου, κερδίζοντας χρόνο να κάνεις πολλά. Το να ξαπλώνεις στο κρεβάτι το βράδυ, έχοντας την ικανοποίηση πως υπήρξες δημιουργικός ή/και χρήσιμος. Το να παίρνεις την πρωτοβουλία να λύσεις μια παρεξήγηση και να τα καταφέρνεις. Τι άλλο θα βάζατε στη λίστα;

* Περί λιστών με όσα δίνουν χαρά...



Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

"Ο χάρτης και η επικράτεια", Μ. Ουελμπέκ


Το βραβείο Γκονκούρ του 2010 και η πρώτη μου επαφή με τον Μισέλ Ουελμπέκ, για τον οποίο φίλοι που εκτιμώ μού είχαν μιλήσει με πολύ κολακευτικά λόγια στο παρελθόν. Αρχικά, δεν είχα ιδέα για την αρνητική του φήμη (η σύγχρονη λογοτεχνία δεν είναι ακριβώς my cup of tea), αλλά ακόμη και όταν έμαθα πως είναι διαβόητος για διάφορους λόγους, η περιέργειά μου μεγάλωσε, απέκτησα επιπλέον λόγους να θέλω να διαβάσω έργα του. Έτσι, κάποια στιγμή το καλοκαίρι αποφάσισα να σχηματίσω δική μου άποψη για την αξία του ως συγγραφέα, ξεκινώντας από το προτελευταίο του μυθιστόρημα. Απέκτησα τότε το "Ο χάρτης και η επικράτεια" - το οποίο, όμως, περίμενε στη στοίβα με τα αδιάβαστα βιβλία του κομοδίνου μου για μήνες. Το πλήρωμα του χρόνου για την ανάγνωσή του έφτασε στο τέλος της προηγούμενης εβδομάδας και ήταν ... μια απολύτως αναζωογονητική (μετά την περίεργη πεζογραφία που είχα διαβάσει τον προηγούμενο καιρό), απολαυστική εμπειρία!
Ήρωας του βιβλίου είναι ο καλλιτέχνης Ζεντ Μαρτέν. Ένα άτομο με προβληματικές σχέσεις, του οποίου τυχαία η επαγγελματική ζωή (που ξεκινά από τη φωτογραφία, συνεχίζεται με μια στροφή στη ζωγραφική και τελειώνει με τη δημιουργία "βιντεογραμμάτων") εξελίσσεται θαυμάσια, καταλήγοντας να πλουτίσει. Σημειωτέον πως σε αυτό συμβάλλει και ο ίδιος ο συγγραφέας, που σαν άλλος Χίτσκοκ γίνεται περσόνα στην υπόθεση του βιβλίου, με σημαντικό μάλιστα ρόλο: σύμφωνα με την ιστορία, λοιπόν, πριν από μια σημαντική του έκθεση ο Μαρτέν απευθύνεται στον συγγραφέα Μισέλ Ουελμπέκ και του ζητάει να γράψει το κείμενο του καταλόγου της. Μεταξύ τους φαίνεται να υπάρχει κάποιου είδους κατανόηση και συμπάθεια, οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην ανάπτυξη μιας φιλίας - αν ο συγγραφέας δεν έπεφτε θύμα άγριας δολοφονίας!
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Μαρτέν - ο οποίος όταν ήταν νέος φωτογράφιζε "αντικείμενα ανθρώπινης κατασκευής της βιομηχανικής εποχής" στη διάρκεια μιας περιόδου που επιθυμούσε να περιγράψει αντικειμενικά τον κόσμο, στη συνέχεια είχε μετατρέψει σε εικαστικά έργα χάρτες της γαλλικής περιφέρειας, όταν η επιθυμία του είχε μετακινηθεί στην ανακατασκευή του κόσμου και έπειτα είχε ζωγραφίσει μια σειρά εξήντα περίπου πινάκων με θέμα είτε "απλά" επαγγέλματα είτε συνθέσεις με γνωστούς επιχειρηματίες, προκειμένου να παρουσιάσει τις παραγωγικές συνθήκες της μεταβιομηχανικής κοινωνίας και μια εικόνα της λειτουργίας της μεταβιομηχανικής οικονομίας - αφοσιώνεται στη δημιουργία ενός έργου που αποτελείται από επεξεργασμένες με ειδικό λογισμικό λήψεις βίντεο, στις οποίες παρουσιάζεται η αποσύνθεση βιομηχανικών αντικειμένων, φωτογραφιών των ανθρώπων που γνώρισε και έπαιξαν κάποιο ρόλο στη ζωή του και ανθρώπινων φιγούρων Playmobil και κατόπιν η κάλυψή τους από αλλεπάλληλες στρώσεις φυτών, ως "ένας νοσταλγικός διαλογισμός πάνω στο τέλος της βιομηχανικής εποχής στην Ευρώπη και γενικότερα στη φθαρτή και προσωρινή φύση κάθε ανθρώπινου τομέα παραγωγής.
Ζωή, τέχνη, χρήμα και οι σχέσεις μεταξύ τους. Τα μεγάλα θέματα του Ουελμπέκ στο βιβλίο του. Η εργασία και η σχέση της με το χρήμα. Το χρήμα στον ελεύθερο χρόνο του καπιταλιστικού δυτικού κόσμου, όπου ο άνθρωπος έχει καταλήξει καταναλωτής (δεκάδες εμπορικές ονομασίες αναφέρονται), τηλεθεατής, τουρίστας. Και ο καλλιτέχνης ακόμα, του οποίου το έργο αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, φορέα αλήθειας, ουσίας - επομένως η ματιά του διαθέτει ενός είδους σοφία, μαρτυρά την ικανότητά του να ανεξαρτητοποιείται από τις συνθήκες, να τις υπερβαίνει - κι αυτός ακόμη δεν σώζεται από την εκφυλιστική επίδραση της αγοράς. Όταν τα έργα του κοστολογηθούν και του αποφέρουν εκατομμύρια ευρώ, ο Μαρτέν θα χάσει το κίνητρο, την ανάγκη να είναι δημιουργικός, θα αδρανήσει. Η επιβίωσή του θα έχει εξασφαλιστεί, θα έχει πλέον χρήματα για όλη του τη ζωή. Θα έχει εξαγοραστεί και αυτός, οι ζωτικές του δυνάμεις θα έχουν μπουκώσει. 
("Πάντα μπορούμε, του είχε πει ο Ουελμπέκ όταν αναφέρθηκε στην καριέρα ως μυθιστοριογράφου, να κρατάμε σημειώσεις, να προσπαθούμε να παρατάξουμε φράσεις. Όμως για να ξεκινήσουμε τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος πρέπει να περιμένουμε ωσότου όλα αυτά γίνουν συμπαγή, αδιαμφισβήτητα, πρέπει να περιμένουμε την εμφάνιση ενός αυθεντικού πυρήνα αναγκαιότητας. Δεν αποφασίζουμε ποτέ μόνοι μας τη συγγραφή ενός βιβλίου, είχε προσθέσει. Το βιβλίο, κατά την άποψή του, ήταν σαν ένα κομμάτι μπετόν που αποφασίζει να πήξει και οι δυνατότητες δράσης του συγγραφέα περιορίζονταν στο γεγονός ότι είναι εκεί και περιμένει, σε μια αγωνιώδη αδράνεια, να ξεκινήσει η διαδικασία από μόνη της. Εκείνη τη στιγμή ο Ζεντ κατάλαβε ότι η αδράνεια ποτέ πια δεν θα του προκαλούσε άγχος(...)")
Ούτε η τέχνη, λοιπόν, αποτελεί καταφύγιο από την πραγματικότητα. Αντλεί από εκείνη για να υπάρξει και εκείνη φιλοδοξεί να εμπλουτίσει - αλλά ξεδοντιάζεται. Σε έναν κόσμο που τα πάντα θεωρούνται εμπορεύσιμα, που το καθετί αξίζει όσο το πληρώνεις, όσα χρήματα κοστίζει, γίνεται και η τέχνη καταναλωτικό αγαθό, επιφάνεια. Γίνεται προϊόν. Όπως προϊόν, πολιτισμικό προϊόν της εποχής του, είναι και ο δημιουργός της, ο οποίος μετατρέπεται σε απλό προμηθευτή, υπάλληλο του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Δεν κρύβεται, δεν την ξεπερνά την πραγματικότητα. Καταποντίζεται από αυτήν, με απόλυτη δημοκρατικότητα και παύει να συμμετέχει στη ζωή. "Εκείνος είχε αναδειχθεί, λιγότερο από έναν μήνα νωρίτερα, χάρη στον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης, ο πλούτος τον είχε τυλίξει ξαφνικά σαν βροχή από σπινθήρες, τον απελευθέρωσε από κάθε οικονομικό ζυγό, και συνειδητοποιούσε ότι τώρα θα άφηνε αυτόν τον κόσμο στον οποίον δεν ανήκε ποτέ αληθινά (...), θα ήταν πλέον στη ζωή όπως ήταν αυτή τη στιγμή στην καμπίνα του Audi Allroad Α6 με το άριστο φινίρισμα, γαλήνιος και χωρίς χαρά, οριστικά ουδέτερος." 
Το χρήμα, ωστόσο, δε συνδέεται μόνο μεταφορικά με την αποκοπή των ατόμων από τους χυμούς και την ουσία της ζωής, αλλά σχετίζεται και εντελώς κυριολεκτικά με το τέλος της ζωής, αφού αποτελεί ένα πρώτης τάξεως κίνητρο για φόνο (όπως θα διαπιστωθεί και με την εξιχνίαση της δολοφονίας του συγγραφέα). 
"Φανταζόμασταν ότι ίσως είχαμε να κάνουμε με ένα έγκλημα πάθους ή μια κρίση θρησκευτικής παράνοιας, διάφορα τέτοια πράγματα. Είναι μάλλον καταθλιπτικό να καταλήγουμε στο πιο διαδεδομένο κίνητρο εγκλήματος, το πιο καθολικό: το χρήμα. Τον επόμενο χρόνο θα έκλεινε τριάντα χρόνια καριέρας στην αστυνομία. Πόσες φορές στην καριέρα του είχε να κάνει με έγκλημα του οποίου το κίνητρο δεν ήταν το χρήμα;Μπορούσε να τις μετρήσει στα δάκτυλα του ενός χεριού. Κατά μία έννοια ήταν καθησυχαστικό αυτό, αποδεικνύει ότι το απόλυτο κακό είναι σπάνιο για το ανθρώπινο είδος. Όμως απόψε, χωρίς να ξέρει γιατί, αυτό το έβρισκε ιδιαιτέρως θλιβερό."  
Δεν υπάρχουν, όμως, μόνο στοχασμοί κοινωνικο-οικονομικής φύσης στο "Ο χάρτης και η επικράτεια". Για έναν άνθρωπο μονήρη, όπως ο ήρωας του βιβλίου, με μια μητέρα που αυτοκτόνησε όταν ήταν μικρός (χωρίς να μαθαίνουμε τον λόγο) και έναν πατέρα που ήθελε να κάνει - και έκανε - ευθανασία για να αποφύγει τα δεινά των γηρατειών του (βάζοντας, έτσι, τον Μαρτέν, όπως το θέτει ο ίδιος, σε μια θέση άβολη: "τη θέση εκείνου του οποίου οι δεσμοί με τη ζωή έχουν έλλειμμα σταθερότητας κατά κάποιον τρόπο"), με δύο γυναίκες στη ζωή του, τη Ζενεβιέβ και την Όλγα (πόρνη πολυτελείας η πρώτη, μια καλλονή από τη Ρωσία η δεύτερη), καμία από τις οποίες δεν κατάφερε να κρατήσει, ο τρόπος που εξελίσσεται η συναισθηματική του ζωή και οι απόψεις που εκφράζει για τις σχέσεις, έχουν το ψυχολογικό ενδιαφέρον τους. (Και δικαιώνουν την άποψη που υποστηρίζει ότι ένας συγγραφέας πρέπει να έχει κάποια γνώση της ζωής .)
"Είχε την εντύπωση ότι αποκοιμήθηκε αμέσως μόλις ακούμπησε το μαξιλάρι. Έκαναν έρωτα; Μάλλον όχι, και αυτό το απλό γεγονός ήταν ήδη σοβαρό, γιατί μετά από τόσα χρόνια χωρισμού θα έπρεπε, θα έπρεπε τουλάχιστον να προσπαθήσουν, η αναμενόμενη απουσία άμεσης στύσης μπορούσε εύκολα να αποδοθεί στην υπερβολική κατανάλωση αλκοολούχων ποτών, όμως εκείνη θα μπορούσε να τον γλείψει, δεν θυμάται να το είχε κάνει, ίσως έπρεπε να της το ζητήσει; Κι αυτός ο δισταγμός σχετικά με τα σεξουαλικά δικαιώματα, σχετικά με το τι ήταν φυσικό και φυσιολογικό στο πλαίσιο της σχέσης τους ήταν ανησυχητικός και πιθανόν η αναγγελία του τέλους. Η σεξουαλικότητα είναι εύθραυστο πράγμα, είναι δύσκολο να την προσπελάσεις και τόσο εύκολο να τη χάσεις." 

"Η ζωή κάποια στιγμή μάς δίνει μια ευκαιρία, σκέφτηκε, όμως αν είμαστε δειλοί ή αναποφάσιστοι για να την αδράξουμε, η ζωή παίρνει πίσω τα χαρτιά της, έρχεται μια στιγμή που πρέπει να κάνουμε κάτι και να προσεγγίσουμε μια δυνητική ευτυχία, αυτή η στιγμή διαρκεί μερικές μέρες, καμιά φορά βδομάδες ή ακόμα και λίγους μήνες, όμως εμφανίζεται μία και μόνο φορά κι αν αργότερα θελήσουμε να επιστρέψουμε σ' αυτή είναι απλούστατα αδύνατο, δεν υπάρχει πλέον χώρος για τον ενθουσιασμό, την εμπιστοσύνη και την πίστη, απομένει μια γλυκιά παραίτηση, ένας αμοιβαίος και θλιμμένος οίκτος, η άχρηστη και σωστή αίσθηση ότι κάτι θα μπορούσε να είχε γίνει, ότι απλώς φανήκαμε ανάξιοι του δώρου που μας είχε δοθεί." 

Έχοντας διαβάσει το βιβλίο, δε μπορώ να καταλήξω στο αν ο Ουελμπέκ είναι εγκεφαλικός λογοτέχνης ή κάποιος διανοούμενος που βρήκε στη συγγραφή την πρόφαση να ξεδιπλώνει τις σκέψεις του στα θέματα που τον απασχολούν. Είχα πολλές φορές, κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, την αίσθηση πως η υποτυπώδης πλοκή του βιβλίου, η απλή υπόθεση, ήταν απλώς ο καμβάς για να ζωγραφίσει  ο συγγραφέας το σύμπαν των δικών του πεποιθήσεων, πεποιθήσεων πειστικών ανθρώπου διαβασμένου. Πραγματικά ευχαριστήθηκα τις συζητήσεις του Μαρτέν με τον πατέρα του, όσο και με τον Ουελμπέκ-υποτίθεται. Τόσες πληροφορίες για τόσα θέματα, στο φως των οποίων έμπαινες σε σκέψη, ώστε να τις συνθέσεις με δικές σου προϋπάρχουσες γνώσεις και να τις εντάξεις στην προσωπική σου κοσμοθεωρία - ήταν σαν προνόμιο, το να βρίσκεσαι στο μυαλό του συγγραφέα και να παρακολουθείς την πορεία των σκέψεών του.
Το δε εύρημα για τη συμμετοχή του στην υπόθεση του βιβλίου, μού φάνηκε πολύ παιχνιδιάρικο. Μολονότι το γνώριζα εκ των προτέρων, με ξάφνιαζε η παρουσία του Ουελμπέκ στις σελίδες του βιβλίου. Φαντάζομαι θα το διασκέδασε πολύ να παρουσιάζει τον εαυτό του, αρχικά όπως τον θέλουν οι δημοσιογράφοι που τον απεχθάνονται (στις περιπτώσεις εκείνες, σαν να τους έβγαζε τη γλώσσα) και ύστερα όπως θα ήθελε ο ίδιος να παρουσιαστεί. Το διασκέδαζα κι εγώ μαζί του, ειδικά τα επίθετα που χρησιμοποιούσε για το άτομό του. Το ακόμα πιο διασκεδαστικό ήταν ο μακάβριος τρόπος του θανάτου του που είχε επινοήσει. Δε θα μπορούσα να πω αν αποτελεί σημάδι της καταθλιπτικής ιδιοσυγκρασίας που είναι μέρος της φήμης του ή ένδειξη μεγάλου κεφιού, εγώ μια φορά το απόλαυσα. Όπως και την αστυνομική τροπή που πήρε το τελευταίο μέρος του βιβλίου, καθώς οι αρχές προσπαθούσαν να εντοπίσουν τον δολοφόνο του.
Αν ο Ουελμπέκ συγκαταλέγεται στην κατηγορία "κόλιανδρος" (που ή τον αγαπάς από την αρχή ή τον μισείς), ξεκάθαρα ανήκω σε εκείνους που τους ενθουσιάζει η γραφή του, ή, καλύτερα, ο τρόπος που σκέφτεται. Ήδη έχω συμπληρώσει στη λίστα μου με τα προς απόκτηση βιβλία την "Υποταγή" του (που, ούτως ή άλλως, έχει πολύ ενδιαφέρον και επίκαιρο θέμα) και την "Μορφολογία της τελευταίας όχθης", την τελευταία του ποιητική συλλογή. Περιττό να συμπληρώσω, νομίζω, πως ανυπομονώ και για τα δύο.

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

Νυχτερινά: Ποιητές

Τώρα, λοιπόν, ξέρεις πώς είναι.
Να συναντιέσαι με το "μόνο" και το "για πάντα".
Να έρχονται να σε βρίσκουν λέξεις καινούργιες, αχρησιμοποίητες.
Για το καινούργιο, το αδοκίμαστο συναίσθημα.
Που, τελικά, έμαθες κι εσύ.
Πάντα για ό,τι ξέρεις γράφεις.
Μέχρι όσο νιώθεις, γράφεις.
Είναι, λοιπόν, καλή δοκιμασία
Έρωτα το "γράψε μου ένα ποίημα".
Όχι ματαιοδοξία, όχι.
Αν ζητηθεί από καρδιά που τρέμει
Φόβο δείχνει. Που γεννάει πονηριά.
Με τις λέξεις σου θα γίνεις διάφανος
Μόνο ό,τι υπάρχει θα φανεί.
Μέχρι εκεί που υπάρχει.
Και όσα λείπουν θα λάμψουν
Δια της απουσίας τους.
Αλλά είναι οι από πριν συντονισμένοι
Που θα καταλάβουν - όχι όλοι.
Εκείνοι που έχουν
Αυτό που ζητούν να λάβουν.
Πώς αλλιώς να αναγνωρίσεις κάτι
Αν δε σου είναι ήδη γνώριμο;
Εκείνους να προσέχεις,
Δε θα τους κοροϊδέψεις.
Γιατί, φίλε μου,
Ερωτικά ποιήματα γράφουν μόνο οι ερωτευμένοι.
Οι παλιά, οι νυν και αεί ερωτευμένοι.
Κανείς άλλος δε μπορεί.
Όσο και νά 'χει ταλέντο.
Οι λέξεις δε χαρίζονται.
Πρέπει να τις κερδίσεις.
Να τις αξίζεις.
Σε αυτά δεν προκόβει πλαστογράφος.
Και μόνο οι ερωτευμένοι είναι άξιοι εκτιμητές.
Οι παλιά, οι νυν και αεί ερωτευμένοι.
Κλειστό σινάφι τέχνης
Απ' την αρχή του χρόνου.
Λοιπόν, όταν σε βρουν οι λέξεις
Θα σε αναγνωρίσουν σαν δικό τους.
Οι απανταχού οποτεδήποτε ερωτευμένοι.
Θα σε αναγνωρίσουν σαν δικό τους,
Θα σε αγκαλιάσουν. Ναι.
Λίγοι, όμως, ίσως
Να μην αποδεχτούν τη συγγένεια,
Για κείνους δε θα γίνεις οικογένεια.
Θα είναι εκείνοι που
Πριν από σένα τούς βρήκαν οι λέξεις.
Εξαιτίας σου.


Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

Σουρή - ζω!

Δε μπορώ να πω, έχει πάντα πλάκα να διαπιστώνω πως ορισμένοι εκτοξεύουν συστηματικά σπόντες εναντίον μου (μόνο ένα άτομο, αυτόν τον καιρό, για να είμαι ακριβής - αν και μπορώ και καλύτερα). Την πιο πρόσφατη τη διάβασα χθες μόλις (ξέρω, βλέπετε, από πού θα μου έρθει και φροντίζω να παρακολουθώ αυτά τα ιστολόγια για να ενημερώνομαι εγκαίρως) και το διασκέδασα αρκετά, ώστε να σκαρώσω ένα ποιηματάκι. Οχι τίποτα σπουδαίο, μα τουλάχιστον πέρασα την ώρα μου ευχάριστα.

"Μπλογκοφίλοι "- όνειρο!

Μια παρέα όπως όλες,
κοσμιοτάτη κοινωνία,
είναι ετούτη η γειτονιά.
Με παιχνίδια και αναρτήσεις,
σχόλια και συζητήσεις,
γνωριμίες, αναλύσεις,
ο χρόνος μας σε αυτή κυλά.
Σε ατμόσφαιρα ωραία, με ευγένεια και χάρη,
ευχαρίστως συμφωνούμε όλοι
ως προς όλα τα "υψηλά",
ανοιχτόμυαλοι είμαστε όλοι - δε χαλάμε την παρέα -
και σεβόμαστε τους άλλους.
Φτάνει μόνο να μην έρθει η ώρα
να αποδειχτούν αυτά!
Όρια εδώ υπάρχουν
και κανόνες ευπρεπείας
που τηρούνται αυστηρά.
Κατά τα άλλα, στην
καλή μας κοινωνία,
την αγγελικά πλασμένη,
οι "καλοί" μα και οι "στριμμένοι"
είμαστε όλοι αγαπημένοι
-και όλοι έχουμε μια θέση.
Πάντα, θεωρητικά!
Μέλι - γάλα όταν είν ' όλα,
με αγάπες και φιλάκια
και επαίνους και γελάκια,
τι αρμονία ζηλευτή!
(Μη τυχόν κανείς νομίσει
πως η ευδαιμονία τούτη είναι μόνο για τα μάτια,
μόνο επιφανειακή!)
Μα το λάθος αν θα κάνεις
τον "καλόν" να κριτικάρεις
για τα έργα, ή τα λόγια,
τις προθέσεις, τις αρχές,
δυστυχία θα σου πέσει
παρευθύς εις το κεφάλι
και πάραυτα, να το ξέρεις,
θα διαβάσεις και... μπηχτές!
Κι άντε τώρα ν' αποδείξεις
πως ελέφαντας δεν είσαι,
ένα ελεεινό σκουλήκι, σνομπαρία αστυνομική,
σφάλμα άλλο δε διεπράχθη,
καμιά άλλη αμαρτία,
ει μη μόνο μια αθώα, τοσοδούλα κριτική!
(Και το πρόβλημα είναι άλλο,
πιο βαθύ και πιο μεγάλο
και πάνω σου δεν το αξίζεις
να σου πέφτουν κεραυνοί!)

Το ποιηματάκι μου έχει λίγους ακόμη στίχους, στους οποίους αναφέρομαι ξεκάθαρα στο όνομα του πράγματος - είπα, όμως, να μην είμαι πολύ σκληρή νυχτιάτικα. Ελπίζω, πάντως, να σας διασκέδασα κι εσάς που το διαβάσατε.

"Song of the Sea" από την Ιρλανδία της παράδοσης και των μύθων - και ένα κλεμμένο παιδί!

Μια θαυμάσια ταινία κινουμένων σχεδίων, υποψήφια για τα βραβεία Όσκαρ και Σεζάρ - ανάμεσα σε άλλα - για το 2015 στην κατηγορία της (με πανέμορφες εικόνες εμπνευσμένες από την κέλτικη παράδοση και τους μοντερνιστές ζωγράφους όπως τον Klee και τον Kandinsky), ένα παραμυθένιο παραμύθι, μια μαγευτική εξερεύνηση της θλίψη - να τι είναι το "Song of the Sea". Μια περιήγηση σε έναν κόσμο με ξωτικά, νεράιδες, πηγάδια μαγεμένα, γίγαντες με ραγισμένη καρδιά και μάγισσες - κουκουβάγιες, στις θάλασσες του οποίου κολυμπούν selkies: όμορφα πλάσματα που μπορούν να αλλάζουν μορφή και να μετατρέπονται από φώκιες σε ανθρώπους και αντίστροφα. Από τις ιστορίες αυτών των τελευταίων, μυθικών πλασμάτων, τόσο κοινές στην Ιρλανδία (και στη Σκωτία), είναι που βρίσκει η ταινία το έναυσμα για να ξεκινήσει.
(Οι ιστορίες αυτές, ουσιαστικά αλληγορίες πένθους, αναφέρονται σε γυναίκες και άντρες που εμφανίζονταν από τη θάλασσα για να παρηγορήσουν τις μοναχικές ψυχές. Άλλοτε αποπλανούσαν τους ανθρώπους - κυρίως οι αρσενικοί selkies -, άλλοτε, όμως, τους παντρεύονταν και έκαναν μαζί τους οικογένειες. Αλλά αν έβρισκαν το δέρμα φώκιας που είχαν βγάλει κατά τη μεταμόρφωσή τους σε ανθρώπους, δε μπορούσαν πια να αντισταθούν στο κάλεσμα της θάλασσας και γυρνούσαν πίσω στο πραγματικό τους σπίτι, αφήνοντας πίσω συζύγους και παιδιά.)


Μία selkie είναι και η Bronagh, η μητέρα του τετράχρονου Ben, που βρίσκουμε στην αρχή της ταινίας να περιμένει το δεύτερό της παιδί με τον φαροφύλακα Conor. Καθώς όμως προετοιμάζονται για τον ερχομό του και αφού αποκοιμίζει ένα βράδυ τον πρωτότοκό της, η Bronagh φεύγει και στη θέση της μένει η νεογέννητη κόρη της, Saoirse.
Έξι χρόνια αργότερα, ο Conor παραμένει συντετριμμένος από την απώλεια της συζύγου του, ο Ben κατηγορεί την αδελφή του για τον χαμό της μητέρας του και η μικρή Saoirse δεν έχει μιλήσει ποτέ. Το κοριτσάκι, όμως, είναι μια selkie όπως η μητέρα του και αυτό αποκαλύπτεται όταν, το βράδυ των έκτων γενεθλίων της, βρίσκει ένα παλτό από άσπρο δέρμα φώκιας που ανήκε στη Bronagh και ο πατέρας της έχει κρύψει, το φοράει και, κατεβαίνοντας από το φάρο στη θάλασσα, αρχίζει να κολυμπάει με τις φώκιες. Μετά το νυχτερινό της μπάνιο, όμως, τη βρίσκει βρεγμένη στην παραλία η γιαγιά της, που τους έχει επισκεφθεί με την ευκαιρία των γενεθλίων της μικρούλας. Πιστεύοντας πως ο γιος της δεν τα καταφέρνει στην ανατροφή των παιδιών του, η γιαγιά τους επιμένει να τα πάρει μαζί της στην πόλη. Και τα καταφέρνει.
Στην πόλη, ωστόσο, τα παιδιά δεν είναι ευχαριστημένα. Τους λείπει ο πατέρας τους, το τσοπανόσκυλό τους και ο φάρος. Έτσι, την ημέρα του Halloween αποφασίζουν να το σκάσουν και να επιστρέψουν στο σπίτι τους. Αλλά λίγο πριν από αυτό, η Saoirse έχει παίξει το μαγικό κοχύλι με τον ήχο της θάλασσας που η μητέρα της είχε χαρίσει στον αδερφό της πριν φύγει - και αυτό θέτει σε συναγερμό τα ξωτικά, που τους συναντούν στη διαδρομή τους και ελπίζουν ότι η μικρή selkie θα τους βοηθήσει να φτάσουν στο Tir na nÓg (ένα μυθικό Άλλο Κόσμο, ένα βασίλειο παντοτινής ομορφιάς, νεότητας, υγείας, αφθονίας και χαράς) -τους επιτίθενται, όμως, οι κουκουβάγιες της μάγισσας Macha (της οποίας το όνομα παραπέμπει στην αρχαία ιρλανδική θεότητα του πολέμου, τη μία οντότητα της τρισυπόστατης θεάς του θανάτου Morrigan), μετατρέποντάς τους σε πέτρες. Τα παιδιά συνεχίζουν το δρόμο τους μετά τη συνάντηση αυτή, αλλά η μοίρα τους μπλέκεται με εκείνη των ξωτικών, καθώς η Macha απαγάγει τη Saoirse. Και η περιπέτεια ξεκινάει...
Η ταινία σε βυθίζει αμέσως στην αγκαλιά της. Τα πρώτα υπνωτιστικά λόγια της (η επωδός του ποιήματος The Stolen Child του W. B. Yeats) δημιουργούν μια υποβλητική ατμόσφαιρα εκστατικής  προσμονής, την ίδια ώρα που κάνουν λόγο για μια από τις λειτουργίες των παραμυθιών:
Come away, O human child!
To the waters and the wild
With a faery, hand in hand,
For the world's more full of weeping than you can understand.

Μιάμιση ώρα, περίπου, αργότερα, μένεις με μια αίσθηση γλυκιά και μελαγχολική, την αίσθηση που αφήνει το βαρύ οπισθόφυλλο ενός παλιού βιβλίου που σκεπάζει αργά τις σελίδες που διαβάστηκαν - ή οι πύλες ενός μαγικού, ξεχασμένου βασιλείου που σφραγίζουν μπροστά σου, επιστρέφοντάς σε μαλακά στον δικό σου κόσμο.


Κλείνω την ανάρτηση με ολόκληρο το ποίημα του William Butler Yeats, το γεμάτο με τις ωραίες, ιρλανδικές του εικόνες:

The Stolen Child

Where dips the rocky highland
Of Sleuth Wood in the lake,
There lies a leafy island
Where flapping herons wake
The drowsy water rats ;
There we 've hid our faery vats,
Full of berrys
And of reddest stolen cherries.
Come away, O human child!
To the waters and the wild
With a faery, hand in hand,
For the world's more full of weeping than you can understand.

Where the wave of moonlight glosses
The dim gray sands with light,
Far off by furthest Rosses
We foot it all the night,
Weaving olden dances
Mingling hands and mingling glances
Till the moon has taken flight ;
To and fro we leap
And chase the frothy bubbles,
While the world is full of troubles
And anxious in its sleep.
Come away, O human child!
To the waters and the wild
With a faery, hand in hand,
For the world's more full of weeping than you can understand.

Where the wandering water gushes
From the hills above Glen-Car,
In pools among the rushes
That scarce could bathe a star,
We seek for slumbering trout
And whispering in their ears
Give them unquiet dreams ;
Leaning softly out
From ferns that drop their tears
Over the young streams.
Come away, O human child!
To the waters and the wild
With a faery, hand in hand,
For the world's more full of weeping than you can understand.

Away with us he's going,
The solemn-eyed:
He'll hear no more the lowing
Of the calves on the warm hillside
Or the kettle on the hob
Sing peace into his breast,
Or see the brown mice bob
Round and round the oatmeal chest.
For he comes, the human child,
To the waters and the wild
With a faery, hand in hand,
For the world's more full of weeping than he can understand.

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

Θαυμαστικά

Είναι ζωηρά και ανάλαφρα, τα θαυμαστικά. Έχουν ενέργεια. Σαν ανθρωπάκια που κάνουν κατακόρυφο. Ή, που κατεβαίνουν με φόρα σε ένα roller coaster στο λούνα παρκ και σηκώνουν ενθουσιασμένα τα χέρια ψηλά, να νιώσουν την αντίσταση του αέρα. Μα, από την άλλη, χρειάζεται ενέργεια, εγρήγορση, καλή φυσική κατάσταση ή και όλα μαζί, για να χορέψεις από χαρά, να τεντώσεις το χέρι σε προσταγή, να αναπηδήσεις από έκπληξη, να αγανακτήσεις με το χέρι στη μέση και χτυπώντας στο πάτωμα τη μύτη του ποδιού, γρήγορα και κοφτά - έτσι δεν είναι;
Δείχνουν joie de vivre, τα θαυμαστικά. Μια βεντάλια συναισθημάτων. Όρεξη, γενικά. Για κάτι. Μπορεί να θέλουν να το επικοινωνήσουν μόνο ή να το πετύχουν κιόλας, αδιάφορο. Πάντως, είναι ορεξάτα, δε μπορείτε να ισχυριστείτε το αντίθετο. Είναι τα σκανταλιάρικα παιδιά και οι αδημονούντες έφηβοι. Τα αβγά μάτια με τις τηγανητές πατάτες, όχι οι λαχανοντολμάδες της μαμάς. Το ωραίο κούρεμα, όχι το προσεγμένο χτένισμα. Οι εκδοτικές σειρές μικρού σχήματος και λίγων σελίδων, όχι οι παλιοί δερματόδετοι τόμοι.
Λοιπόν, τα θαυμαστικά δεν είναι δυσοίωνα. Έτσι, δε μπορείς να τα συγκεντρώνεις σε μεγάλους αριθμούς - έχει κάτι απειλητικό αυτό, θυμίζει στρατό. Ή όχλο. Όχι - όχι, δεν τους ταιριάζει. Δεν τους αξίζει, επίσης. Τίποτα καλό δε μπορεί να προκύψει απ ' αυτό.
Δεν τους ταιριάζει και η λύπη, όμως. Η λύπη δεν έχει ενέργεια, σού κατεβάζει τους ρυθμούς - ενίοτε, σε ακινητοποιεί. Πώς να βάλεις θαυμαστικό στη λύπη; Θα δώσεις, φερ' ειπείν, συλλυπητήρια με θαυμαστικό; Ορμητικά; Μα όχι, πρέπει να σεβαστείς τη βραδύτητα των πενθούντων, να μην τους τη χαλάσεις με τη ζωτικότητά σου. Η λύπη δεν είναι για να τη θαυμάζουν, αλλά για να την αφήνουν στην ησυχία της, να αποσύρεται η ενέργεια διακριτικά και να της κάνει χώρο.
Ούτε η επισημότητα, ούτε η μεγάλη σοβαρότητα είναι κατάλληλες για τα θαυμαστικά. Μπορεί να έχουν μεγάλη ενέργεια, όμως αυτή είναι συγκρατημένη. Έχει κάποιο σκοπό να πετύχει, γι' αυτό. Έχει ανάγκη την ψυχραιμία και τη συγκέντρωση. Ας πούμε, ποιος ερωτευμένος, όσο μέσα στην ουσία της ζωής κι αν βρίσκεται και όσο σοβαρό κι αν είναι αυτό που νιώθει, θα εξομολογηθεί τον έρωτά του με θαυμαστικά; Εκείνη την ώρα δε γελάει, δεν είναι επιπόλαιος και ζωηρός και ανάλαφρος. Γράφει για ένα ζήτημα υψίστης σημασίας, αγωνιά, τρέμει, καίγεται από επιθυμία. Η δική του λαχτάρα, η δική του ενέργεια, που ξεχειλίζει, ρίχνει κάτω τα θαυμαστικά, που σπάζουν σε κομμάτια και γίνονται αποσιωπητικά. Για να επιτρέψουν στα όνειρα να περιπλανηθούν ελεύθερα, έξω από τα όρια των προτάσεων.