Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

Χρυσηίδα Δημουλίδου, μια τρομερή ανάμνηση και ένας από τους λόγους που εκτιμώ τις γάτες

 Ένα γέρικο κυνηγόσκυλο κοιτάζει με λατρεία τον αφέντη του. Ο αφέντης του το έχει γερά γραπωμένο από το κολάρο, από το οποίο κρέμεται ένα μικρό κομμάτι αλυσίδας (το σκυλί, ένα κυνηγιάρικο ράτσας, ύστερα από χρόνια που - εγκληματικά - το κρατούσαν δεμένο, είχε λυθεί και, επωφελούμενο της ευκαιρίας, είχε βρεθεί με ένα σάλτο μέσα στο κοτέτσι του σπιτιού, όπου σαν σίφουνας είχε πνίξει κάμποσες κότες, μέσα στη λύσσα του να κυνηγήσει ξανά). Ένα κοντό και παχύ κομμάτι ξύλου βρίσκεται στα χέρια του ιδιοκτήτη. Το κατεβάζει με όλη του τη δύναμη στο κεφάλι του φτωχού ζώου. Από το πρώτο χτύπημα πιάνεται η καρδιά σου, φαίνεται η δολοφονική πρόθεση. Το σκυλί πέφτει στο έδαφος. Ζαλίζεται, όμως σηκώνεται και γλείφει τα χέρια που το χτυπάνε.   Δεύτερο χτύπημα, εξίσου δυνατό. Ξαναπέφτει κάτω το σκυλί. Ξανασηκώνεται, ξαναγλείφει τα χέρια του αφέντη. Τρίτο χτύπημα και ακούγεται ένα "κρακ". Το κρανίο έχει σπάσει και αίμα αρχίζει να κυλάει στα πλάγια του κεφαλιού του ζώου. Σηκώνεται παραπατώντας, το ξύλο κατεβαίνει πάλι επάνω του, μία, δύο, τρεις φορές ακόμη. Το ζώο πέφτει και δεν σηκώνεται πια. Ο αφέντης σέρνει το κουφάρι και το πετάει πάνω σε ένα σωρό ξερόκλαδα. Η διαδρομή μέχρι εκεί σημαδεύεται με μια λεπτή κόκκινη γραμμή.

  Το ξύλο με το φίλημα των χεριών που δέρνουν είναι αξεδιάλυτα δεμένα μέσα μου, εδώ και πάνω από δύο δεκετίες, με την ανάμνηση της παραπάνω κτηνωδίας - που κανένα παιδί δε θα έπρεπε να έχει υπάρξει ποτέ μάρτυράς της. Που κανένα πλάσμα δε θα έπρεπε να έχει υπάρξει θύμα της, εξ αρχής.
  Για ξύλο και φίλημα των χεριών που δέρνουν μίλησε τις προάλλες η κυρία Χρυσηίδα Δημουλίδου, μπαίνοντας εκουσίως στη θέση του δαρμένου σκύλου. Στην τελευταία της συνέντευξη για τηλεοπτική εκπομπή, της οποίας το βίντεο βρήκα στο fb, ανέφερε για τον κακοποιητικό πατέρα της:
"Αν ζούσε ο πατέρας μου, θα του φιλούσα τα χέρια... Και το ξύλο που μού έδωσε, δεν πειράζει. Έμαθα. Έμαθα να ανέχομαι πράγματα, να είμαι υπομονετική..."
  Το ξύλο ως αποδεκτή μέθοδος διαπαιδαγώγησης, αφού κανέναν άλλον τρόπο δεν μπήκε στον κόπο να φανταστεί ο γονιός - ας μην υπάρχουν παράλογες απαιτήσεις! Θα του φιλούσε τα χέρια!!! Δε λέω, να συγχωρεί κανείς, να αντιλαμβάνεται τα μειονεκτήματα των άλλων που τους οδηγούν στις λάθος συμπεριφορές. Αλλά να τους φιλάει τα χέρια που άσκησαν βία επάνω του;! Να είναι ευγνώμων για τα ξεροκόμματα φροντίδας που του πέταξαν; Αυτό με εξαγριώνει. Μου θυμίζει το κακόμοιρο το γέρικο σκυλί, που αφήνεται με εμπιστοσύνη στις διαθέσεις του βάρβαρου ιδιοκτήτη. Η αγάπη του είναι ανεπιφύλακτη, του τη χαρίζει. Μα η αγάπη του ανθρώπου κερδίζεται. Μαθαίνεις ποτέ την αγάπη από κάποιον που δε σε αγαπάει; Αγαπάς ποτέ αυτόν τον άνθρωπο;

  Όση ώρα παρακολουθούσα τη σκηνή που περιέγραψα, ευχόμουν το σκυλί να οργιστεί, να σηκωθεί στα πίσω του πόδια, να δαγκώσει άγρια και να αχρηστέψει τα χέρια που το χτυπούσαν και να φύγει τρέχοντας! Όμως το σκυλί έμεινε, ζητώντας συγχώρεση για ένα κρίμα που ουδέποτε έκανε, μη μπορώντας να διανοηθεί γιατί τιμωρείται - και έχασε, έτσι, την αφοσιωμένη του ζωή, λίγο πριν το φυσικό της τέλος.
  Ακολουθώντας, αργότερα, την ψιλή αιμάτινη γραμμή, εκτός από τη θλίψη που με κατέτρωγε, αισθανόμουν απεριόριστη εκτίμηση και σεβασμό στις γάτες μου, που, αν ποτέ με άκουγαν να τους φωνάζω ή με έβλεπαν να κάνω απότομες κινήσεις, όχι μόνο δε θα με πλησίαζαν, μα θα τσακίζονταν αυτοστιγμεί από κοντά μου. Ή, αν έκανα την απερισκεψία να τις πονέσω κατά οποιονδήποτε τρόπο, θα μου άφηναν βαθιά τα σημάδια της απερισκεψίας μου αυτής. Διδάσκοντάς με, με τον τρόπο τους, τα όρια. Και την αγάπη στον εαυτό.
(Προφανώς, η κυρία Δημουλίδου δεν είχε ποτέ γάτες - ή είναι ανεπίδεκτη μαθήσεως, είτε από παραδείγματα προς μίμηση, είτε από παραδείγματα προς αποφυγή...)

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2017

In vino veritas

Πολλά ήταν τα γιορτινά τραπέζια των περασμένων ημερών - και θα ακολουθήσουν λίγα επιπλέον, αφού η εορταστική περίοδος δεν έχει λήξει ακόμη. Σκεφτόμουν τις προάλλες, λοιπόν, σηκώνοντας το ποτήρι μου στο φως του ήλιου σε κάποια από τις προηγούμενες μεσημεριανές μαζώξεις, πόσα κρασιά καταναλώνονται σε τέτοιες περιστάσεις: λευκά, ροζέ, κόκκινα, γλυκά, ξηρά, αφρώδη. Και μου ήρθε στο μυαλό η παραλλαγή ενός μύθου του Αισώπου που είχε γράψει ο Αδαμάντιος Κοραής και την είχα ξαναδιαβάσει μερικές εβδομάδες πριν στη στήλη που γράφει ο Εύωχος στον Γαστρονόμο της Καθημερινής.
 "Ζευς και Προμηθεύς και Αθηνά και Μώμος" λεγόταν ο μύθος του Αισώπου και αφορούσε στην κριτική που είχε κάνει ο Μώμος στα έργα του Δία (τον ταύρο), του Προμηθέα (τον άνθρωπο) και της Αθηνάς (το σπίτι) - κριτική που είχε αποτέλεσμα να τον διώξει από τον Όλυμπο ο πατέρας των θεών, επειδή τον είχε θεωρήσει φθονερό (και το συμπέρασμα του Αισώπου ήταν πως τίποτα δεν είναι τόσο καλό που να μην επιδέχεται κατηγορία, αν θυμάμαι καλά).
 Ο Κοραής ονόμασε την παραλλαγή του του παραπάνω μύθου "Οίνος κρυφιογνώστης" και την απέδωσε σε κάποιον Ζ.Λ. (που, σύμφωνα με έναν μελετητή του σπουδαίου αυτού εκπροσώπου του νεοελληνικού διαφωτισμού, σήμαινε "Ζώον Λογικόν" και αποτελούσε το alter ego του). Έγραφε, λοιπόν, ο Κοραής:
"Αφού έπλασεν ο Ζευς τους ανθρώπους, εκάλεσεν όλους τους θεούς εις κρίσιν του πλάσματός του. Όλοι έκριναν το δημιούργημα τέλειον, και επαίνεσαν την μεγάλην του Διός σοφίαν. Μόνος ο Μώμος, υψώσας την φωνήν, είπεν, Ό,τι σεις νομίζετε τέλειον, εγώ εις αυτό ευρίσκω μέγα ελάττωμα. Και ερωτηθείς, Ποίον; απεκρίθη, ότι έπρεπεν ο Ζευς να κατασκευάση εις το στήθος των ανθρώπων μίαν θυρίδα, και μίαν άλλην εις τα πλάγια της κεφαλής, διά να βλέπη τους λογισμούς και τα πάθη της ψυχής ένας του άλλου, και να μην απατάται διά την άγνοιαν. Εταράχθησαν οι θεοί εις την κρίσιν του Μώμου ταύτην· αλλ'ο Ζευς επρόσταξε τον Διόνυσον να διδάξη τους ανθρώπους να φυτεύωσιν αμπέλια, λέγων, ότι ο καρπός του δένδρου τούτου θέλει αναπληρώσει των θυρίδων την έλλειψιν ".
 Ο Κοραής κατέληγε:" Τας πλέον κρυπτάς της ψυχής διαθέσεις φανερώνει πολλάκις η πόσις του οίνου, ως το μαρτυρεί και η γνωστή εις όλους παροιμία, Εν οίνω αλήθεια ".
 Θα ήταν ενδιαφέρον, ποιον θα ήθελε να... μεθύσει ο καθένας, για να μάθει τα μυστικά του. Κανείς, όμως, δε θα ήθελε να είναι στη θέση του μεθυσμένου που προδίδεται μόνος του. Όσα κρύβονται, για κάποιον λόγο κρύβονται - κι αν χωρίς λόγο έρχονται στο φως, μεγάλης λύπης αιτία μπορεί να είναι αυτό το ξεσκέπασμα. Εγκράτεια, λοιπόν, στους κρυψίνοες - και σας κλείνω το ματάκι.
 Ένα ποτήρι, ωστόσο, δε βλάπτει. Γι 'αυτό κι εγώ γεμίζω ένα με τον αφρώδη οίνο που είθισται να πίνουμε με την έλευση του Νέου Χρόνου (καθυστερημένα μεν, αλλά κάλλιο αργά παρά ποτέ) και το υψώνω, για να ευχηθώ με την ανάρτηση αυτή Χαρά, Υγεία, Τύχη και Αγάπη για το νεαρό 2017 - Cheers, everyone!

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

Στα σαλόνια του Τολστόι

Είναι πρωί, αρχές άνοιξης. Το φως από το παράθυρο πέφτει επάνω σε ένα τραπεζάκι γεμάτο χαρτιά με μουτζούρες και σημειώσεις. Πίσω από το τραπεζάκι, ένας άντρας μεσήλικος, με μακριά γκρίζα γενειάδα, κάθεται σκύβοντας πάνω σε μια σελίδα και γράφει. Μετά τις πρώτες γραμμές, σταματά και κοιτάζει τη σελίδα, σμίγοντας τα φρύδια του. Μένει για λίγο δίγνωμος. Έπειτα, με μια αποφασιστική κίνηση, διαγράφει τον τίτλο "Δύο γάμοι" που είχε δώσει στο αρχινισμένο του κείμενο και πάνω από αυτόν, γράφει τις δύο λέξεις με τις οποίες θα ονομάσει, παραδίδοντας στην Ιστορία, το σπουδαιότερο, κατά πολλούς, μυθιστόρημα του 19ου αιώνα: " Άννα Καρένινα".
  Κάπως έτσι ξεκινάει ο Λεβ (Λέων) Νικολάγιεβιτς Τολστόι, στις 18 ή 19 Μαρτίου 1873, το δεύτερο μεγάλο του αριστούργημα, μετά το επικό "Πόλεμος και Ειρήνη". Η πρώτη αναφορά στην ηρωίδα του γίνεται τρία χρόνια νωρίτερα, όταν ο Τολστόι λέει στη γυναίκα του πως έχει διακρίνει έναν τύπο παντρεμένης γυναίκας της υψηλής κοινωνίας την οποία θέλει να σκιαγραφήσει ως άξια λύπησης και όχι ως ένοχη. "...Από τη στιγμή που ετούτος ο τύπος γυναικός είχε παρουσιαστεί εμπρός του, όλα τα πρόσωπα και οι τύποι ανδρών που είχε φανταστεί στο παρελθόν έβρισκαν τη θέση τους και συγκεντρώνονταν γύρω από εκείνη τη γυναίκα.  Τώρα φωτίστηκαν όλα, μού είπε.", σημειώνει η κόμισσα Τολστόι στο ημερολόγιό της.
  Έναν χρόνο νωρίτερα, το 1872, ο συγγραφέας παρευρίσκεται στην αυτοψία του πολτοποιημένου πτώματος μιας νεαρής γυναίκας, η οποία είχε πέσει στις γραμμές ενός τρένου εμπορευμάτων, μετά την εγκατάλειψή της από τον εραστή της. Στον Τολστόι κάνει τρομερή εντύπωση το περιστατικό, ακόμη όμως δεν έχει την ώθηση που χρειάζεται για να αρχίσει να εργάζεται σε ένα καινούργιο έργο. Ώσπου, τελικά, μια φράση από τα Παραμύθια του Μπιέλκιν, του "θεϊκού", όπως τον αναφέρει, Πούσκιν, τού προσφέρει την έμπνευση: "Οι καλεσμένοι είχαν συγκεντρωθεί στην έπαυλη", γράφει ο Πούσκιν και ο Τολστόι , χάρη σε αυτή τη γεμάτη ζωντάνια εισαγωγή, καταφέρνει να φανταστεί πρόσωπα και καταστάσεις που σχηματίζουν στο μυαλό του την τοιχογραφία της κοινωνίας της αυτοκρατορικής Ρωσίας της εποχής του, την οποία θα μεταφέρει στο μυθιστόρημά του. Ένα μυθιστόρημα που τον γεμίζει ενθουσιασμό και για το οποίο γράφει στον φίλο του και κριτικό Νικολάι Στράκοβ: "...Μεμιάς , όλα έδεσαν τόσο καλά, τόσο γερά, ώστε φτιάχτηκε ένα μυθιστόρημα, που το πρώτο χέρι το τέλειωσα ύστερα από λίγο, ένα ζωντανότατο μυθιστόρημα, συνασπαστικότατο, πλήρες, από το οποίο είμαι πολύ ικανοποιημένος και θα είναι έτοιμο, πρώτα ο Θεός, σε δεκαπέντε μέρες".
  Ο Τολστόι, βέβαια, αποδεικνύεται υπερβολικά αισιόδοξος ως προς τον χρονικό ορίζοντα εντός του οποίου υπολογίζει πως θα είναι έτοιμο το νέο του έργο. Η " Άννα Καρένινα" θα ολοκληρωθεί πέντε χρόνια αργότερα, το 1877, ενώ το 1878 εκδίδεται σε βιβλίο (μέχρι τότε έχει δημοσιευτεί σε συνέχειες στο περιοδικό Ρώσος Αγγελιοφόρος). Το κοινό υποδέχεται με ενθουσιασμό το μυθιστόρημα, γεγονός που παραξενεύει τον Τολστόι, που θεωρούσε αυτό το έργο του "εξαιρετικά ασήμαντο" και μάλιστα πίστευε πως θα έπληττε τη φήμη του. Η επιτυχία του, αντίθετα, είναι μνημειώδης! Ο Στράκοβ τού γράφει "Θρέφετε πεινασμένους, ανθρώπους που πέθαιναν της πείνας εδώ και καιρό". 
  Λίγο μετά το τέλος της " Άννας Καρένινα", ωστόσο, ο Τολστόι γυρνάει την πλάτη του στην τέχνη και την καταδικάζει. Εξέλιξη που στους γνωρίζοντες δεν προκαλεί έκπληξη, καθώς ο συγγραφέας βασανίζεται για χρόνια από τη διαμάχη ανάμεσα στον καλλιτέχνη και τον ηθικολόγο που κρύβει μέσα του - διαμάχη που οδηγεί σε κρίσεις κατά τη διάρκεια της συγγραφής του μυθιστορήματος, όταν τα ερωτήματά του για το νόημα της ζωής και του θανάτου και η αγωνία της ζωής χωρίς πίστη τον ταλαιπωρούν τόσο, που η ιδέα της αυτοκτονίας τού γίνεται ελκυστική. Αλλά είναι μέσα στην περίοδο αυτή, την πιο ταραγμένη της ζωής του, που ο Τολστόι θα γράψει "το αρμονικότερο, το καλύτερα δομημένο, το τελειότερο έργο του", για να χρησιμοποιήσω τα λόγια της Sylvie Luneau από την εισαγωγή της στο βιβλίο, στη γαλλική μετάφραση των εκδόσεων Gallimard.


 " Άννα Καρένινα", λοιπόν. Στη σπουδαία μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου, από τις εκδόσεις Άγρα. Χίλιες διακόσιες απολαυστικές σελίδες, καθόλου κουραστικές, αφού η υπόθεση του βιβλίου ξεκινάει με φούρια, κατευθείαν και δε σε αφήνει στιγμή να βαρεθείς. Δύο είναι τα κύρια πρόσωπα του βιβλίου, η Άννα Αρκάντιεβνα Καρένινα και ο Κονσταντίν Ντμίτριτς Λέβιν, το καθένα από τα οποία εκπροσωπεί πτυχές του χαρακτήρα του ίδιου του συγγραφέα: τον χοϊκό άνθρωπο, που θέλει να γεύεται όλες τις χαρές της ζωής με τη μεγαλύτερη ένταση -και τον ασκητή, τον προσηλωμένο στην εσωτερική ζωή και στη σωτηρία της ψυχής του. Οι ζωές της Άννας και του Λέβιν περιγράφονται αντιστικτικά και παράλληλα, από τη στιγμή που η Καρένινα φτάνει στη Μόσχα από την Πετρούπολη, καλεσμένη από τον αδερφό της Στεπάν Αρκάντιτς, προκειμένου να εξομαλύνει τις σχέσεις του με τη γυναίκα του, η οποία έχει τυχαία ανακαλύψει την πιο πρόσφατη συζυγική του απιστία.
  Η υπόθεση του βιβλίου είναι, λίγο-πολύ, γνωστή: η παντρεμένη Καρένινα και ο νεαρός, πλούσιος, όμορφος κόμης Αλεξέι Βρόνσκι γνωρίζονται και ερωτεύονται. Σε αντίθεση, όμως, με τη συνηθισμένη και αποδεκτή στους κόλπους της αριστοκρατίας μοιχεία-τηρουμένων-των-προσχημάτων, η Άννα αποκαλύπτει στον σύζυγό της την παράλληλη σχέση της (από την οποία, μάλιστα, έχει μείνει έγκυος) και στη συνέχεια, ανήμπορη να ζήσει μέσα στην υποκρισία των κοινωνικών συμβάσεων που θέλει να της επιβάλλει ο Καρένιν, φεύγει από τη συζυγική εστία, αφήνοντας πίσω της τον εννιάχρονο γιό της Σεριόζα, για να ζήσει μαζί με τον εραστή της και το κοριτσάκι που έχει στο μεταξύ γεννήσει. Η ζωή, όμως, ως απόβλητη της κοινωνίας αποδεικνύεται πολύ σκληρή και βασανίζει την Καρένινα, η οποία έχει χάσει το καλό της όνομα και τον γιό της και επιπλέον δε μπορεί να παντρευτεί με τον Βρόνσκι, αφού δεν έχει πάρει διαζύγιο με τον πρώην σύζυγό της. Μέσα στη μονοτονία της ζωής της, αρχίζει να ζηλεύει τον Βρόνσκι, του οποίου η υπόληψη δεν έχει θιγεί, οπότε μπορεί ακόμα να κυκλοφορεί ελεύθερα, αφήνοντάς τη μόνη. Οι συνεχείς σκηνές ζηλοτυπίας κουράζουν και αποξενώνουν το ζευγάρι και απελπίζουν την Άννα, η οποία, τελικά, παραληρηματικά πεπεισμένη πως η ζωή είναι μόνο μια σειρά από βάσανα και πίκρες, εξουθενωμένη από τη διαρκή ένταση και ανησυχία μέσα στην οποία ζει, έχοντας λανθασμένα συμπεράνει πως ο Βρόνσκι δεν την αγαπά πια, αυτοκτονεί πέφτοντας στις ρόδες του τρένου.
  Ο Λέβιν, από την άλλη μεριά, είναι ένας ευγενής γαιοκτήμονας, ο οποίος επιλέγει να μένει στο χωριό και να δουλεύει τη γη του, αντί να βρίσκεται άεργος στην πόλη, να νοικιάζει τα χωράφια του και με τα έσοδα να πληρώνει τις διασκεδάσεις του. Είναι ερωτευμένος με την Κίττυ, εξ αγχιστείας συγγενή της Άννας (η Κίττυ είναι αδελφή της Ντάρια Αλεξάντροβνα, της συζύγου του αδερφού της) - της κάνει, μάλιστα, πρόταση γάμου στην αρχή του βιβλίου, την οποία εκείνη αρνείται, επειδή είναι ερωτευμένη με τον Βρόνσκι. Στη συνέχεια, βέβαια, απογοητεύεται και η Κίττυ, καταλαβαίνοντας πως εκείνη που ενδιαφέρει τον νεαρό κόμη δεν είναι η ίδια, μα η Καρένινα. Πληγωμένος ο νεαρός γαιοκτήμονας, αποσύρεται στο χωριό, όπου περνά τον επόμενο χρόνο προσπαθώντας να ξεχαστεί, κάνοντας σχέδια για τη μελλοντική ζωή του, δουλεύοντας σκληρά και μελετώντας. Παρόλα αυτά, η μόνη που βλέπει στη θέση της μέλλουσας γυναίκας του και συντρόφου του στη ζωή, εξακολουθεί να είναι η Κίττυ. Όταν μαθαίνει, μετά από καιρό, πως η Κίττυ δεν έχει παντρευτεί τον Βρόνσκι και πιστεύει πως ίσως να ενδιαφέρεται πραγματικά για τον ίδιο, την πλησιάζει ξανά, επαναλαμβάνει την πρόταση γάμου του και, αυτή τη φορά, γίνεται δεκτή. Η Κίττυ και ο Λέβιν παντρεύονται και ξεκινούν την κοινή τους ζωή στο χωριό, ασχολούμενοι με τις συνηθισμένες δουλειές του νοικοκυριού και των κτημάτων, ευτυχισμένοι και ήρεμοι. Σύντομα έρχεται το πρώτο τους παιδί, ο Μίτια και η ευτυχία τους μεγαλώνει. Ο Λέβιν, όμως, ταλαιπωρείται από τα ερωτήματά του για το νόημα της ζωής, τη σημασία της πίστης και την αξία του καλού και δε μπορεί να χαρεί την ευτυχία του - όπως ακριβώς και ο Τολστόι, που πολλές πληροφορίες της ζωής και του χαρακτήρα του Λέβιν είναι αυτοβιογραφικές του. Αφήνεται, όμως, να παρασυρθεί από την ορμή της ζωής και τελικά ανακαλύπτει στην ψυχή του, μετά από πολλές νοητικές περιπλανήσεις, την αλήθεια που τον στηρίζει και του χαρίζει ηρεμία - βρίσκει τελικά τη δική του εξήγηση για το νόημα της ζωής και κατακτά την πληρότητα.
  Η " Άννα Καρένινα" δεν είναι, στην ουσία της, μια ιστορία ερωτική. Δεν είναι καν μια ψυχολογική μελέτη της μοιχείας. Δεν είναι καμία ιστορία μόνη της η κύρια. Μαζί και οι δύο ιστορίες δίνουν στο βιβλίο τη σημασία του. Ο Τολστόι έγραφε πως ήταν περήφανος για την αρχιτεκτονική του μυθιστορήματός του. Σε εκείνους που δεν την καταλάβαιναν, που θεωρούσαν πως "αναπτύσσονται, παράλληλα και έξοχα, δύο θέματα που τίποτε δεν τα συνδέει", απαντούσε "...Οι θόλοι μου έχουν ενωθεί με τρόπο που να μην αποκαλύπτονται οι ενώσεις τους. Ιδίως σ' αυτό το σημείο έστρεψα τις προσπάθειές μου. Η συνοχή του οικοδομήματος δεν στηρίζεται στην πλοκή ή στις σχέσεις (την επαφή δηλαδή) των προσώπων - πρόκειται για εσώτερη συνοχή". Και αυτή η εσώτερη συνοχή, είναι το ερώτημα που διαπερνάει το μυθιστόρημα, το ερώτημα του πώς μπορεί κανείς να ζήσει μια ζωή με νόημα.
  Πραγματικά, διαβάζοντας το βιβλίο, διαπιστώνεις πως οι δύο ήρωες βρίσκονται σε διαδικασία αναζήτησης. "Προς τι όλα αυτά;", αναρωτιούνται και οι δύο. Η Καρένινα κινείται με βάση τη λογική, που λέει πως πρέπει να φροντίζεις τον εαυτό σου, πως η ζωή είναι αγώνας στον οποίο, για να νικήσεις, πρέπει να πνίξεις όσους σε εμποδίζουν να ικανοποιήσεις τις επιθυμίες σου. Η επιθυμία της Καρένινα είναι η ευτυχία, μέσω του έρωτα. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να κερδίσει τον Άλλον, να τον νικήσει, να της υποταχτεί. Δε μπορεί αλλιώς να ευτυχήσει, δε μπορεί να αφεθεί να ζήσει αυτό που έχει - μολονότι λαχταρά να ζήσει. Αποτυγχάνει, όμως, με τον στόχο που θέτει, με τον τρόπο που ψάχνει, βάζοντας στο κέντρο τον εαυτό της. Η αποτυχία αυτή τη δηλητηριάζει και αρχίζει να βλέπει τη ζωή ως μια ενοχλητική ματαιότητα, ακόμη χειρότερα, ένα μαρτύριο. "...Όλοι μας είμαστε πλασμένοι για να υποφέρουμε και ... όλοι μας το ξέρουμε αυτό και επινοούμε τρόπους για να ξεγελιόμαστε. Όταν όμως δεις την αλήθεια, τι πρέπει να κάνεις;", αναρωτιέται λίγο πριν το τέλος της, όταν όλοι της φαίνονται τερατόμορφοι και τα πάντα σιχαμερά και άσχημα.
  Ο Λέβιν τα καταφέρνει, παραμερίζοντας τη λογική του. Το καταλαβαίνει πως δε μπορεί να ζήσει κανείς έτσι, σκεπτόμενος πως οι άνθρωποι δεν έχουν να περιμένουν τίποτε άλλο πέρα από βάσανα, θάνατο και αιώνια λήθη - πρέπει να δώσει μια ερμηνεία στη ζωή του, ή να τινάξει τα μυαλά του στον αέρα. Αντιλαμβάνεται την οίηση, την ανοησία, την απάτη του μυαλού, που του λέει πως η αγάπη για τον πλησίον, που δεν έχει αιτία και αποτέλεσμα, είναι παράλογη. Και υπερβαίνοντας τον εαυτό του, βρίσκει το νόημα που έψαχνε. Φτάνει έτσι στην αγάπη, που είναι το καλό που γεμίζει τη ζωή του και της δίνει κατεύθυνση και σκοπό.  Μετασχηματίζεται έτσι, όπως πολύ εύστοχα το διατυπώνει η Priscilla Meyer στην εισαγωγή της για τις εκδόσεις Signet, "ένα μυθιστόρημα μοιχείας σε ομολογία πίστης".
  Ο Τολστόι, βέβαια, πέρα από το κεντρικό του θέμα, χειρίζεται αριστουργηματικά και τα επιμέρους ζητήματα του βιβλίου, έτσι που αναδεικνύεται (ξανά) σε πραγματικό μάστορα της γραφής. Υπάρχουν σκηνές εξαιρετικές σε σύλληψη (όπως, λόγου χάρη, εκείνη της δεύτερης πρότασης γάμου που κάνει ο Λέβιν στην Κίττυ, στην οποία οι δύο συνεννοούνται γράφοντας τα αρχικά γράμματα των λέξεων που θέλει να απευθύνει ο ένας στον άλλο) και αποσπάσματα υπέροχης ψυχολογικής διεισδυτικότητας (περιγραφές ερωτευμένων ανθρώπων τόσο επιδέξιες, που τους καθιστούν σχεδόν ερωτεύσιμους, ή αντιπαθητικούς - και περιγραφές απελπισμένων ανθρώπων τόσο ανθρώπινες, που τους κάνουν συμπαθείς και κατανοήσιμους), που σε κάνουν να απορείς και να θαυμάζεις την παρατηρητικότητα του συγγραφέα και τη βαθιά γνώση του των συμπεριφορών. Να μερικά από τα αποσπάσματα που ξεχώρισα:
"Κάθε φορά που θυμότανε το κακό που είχε προξενήσει στον άντρα της, αισθανότανε κάτι σαν απέχθεια, αισθανότανε αυτό που θά 'νιωθε ένας άνθρωπος που βουλιάζει στο νερό και απαλλάσσεται από έναν άλλον άνθρωπο, ο οποίος είχε γαντζωθεί επάνω του. Ο άνθρωπος αυτός πνίγηκε. Φυσικά αυτό ήταν κακό, ήταν όμως η μοναδική σωτηρία και καλύτερα να μην θυμάται αυτές τις φρικτές λεπτομέρειες."
"'Ενιωσε πολύ γρήγορα πως η πραγματοποίηση της επιθυμίας του τού είχε δώσει έναν κόκκο μόνον απ' το βουνό εκείνο της ευτυχίας που περίμενε. Αυτή η πραγματοποίηση του απεκάλυψε το αιώνιο λάθος που κάνουν οι άνθρωποι νομίζοντας πως η ευτυχία είναι η πραγματοποίηση μιας επιθυμίας. (...) Γρήγορα αισθάνθηκε πως στην ψυχή του άρχιζε να ξυπνάει η επιθυμία της επιθυμίας, η πλήξη. Παρά τη θέλησή του, άρχισε ν' αρπάζεται από κάθε πρόσκαιρο καπρίτσιο εκλαμβάνοντάς το για επιθυμία και σκοπό. (...) Κατέληξε στη ζωγραφική, άρχισε ν' ασχολείται μ' αυτήν και διοχέτευσε σ' αυτήν το αξόδευτο απόθεμα της επιθυμίας, που απαιτούσε την ικανοποίησή της."

"Ήταν φανερό πως γινόταν μέσα η μεταβολή εκείνη που θα τον ανάγκαζε να δει το θάνατο σαν εκπλήρωση της επιθυμίας του, σαν ευτυχία. Παλιότερα, κάθε ξεχωριστή επιθυμία, που την προκαλούσε ένας πόνος ή μια έλλειψη, όπως η πείνα, η κούραση, η δίψα, ικανοποιότανε με το χορτασμό του σώματος, που τού παρείχε την απόλαυση - τώρα όμως η έλλειψη και ο πόνος δεν βρίσκανε την ικανοποίησή τους και κάθε προσπάθεια ικανοποίησης προκαλούσε νέους πόνους. Και γι' αυτό, όλες οι επιθυμίες συγχωνεύονταν σε μία - στην επιθυμία να απαλλαγεί απ' όλα τα βάσανα και την πηγή τους, το σώμα. Μα για την έκφραση αυτής της επιθυμίας να απαλλαγεί δεν διέθετε λέξεις και γι' αυτό, από συνήθεια, απαιτούσε την ικανοποίηση των επιθυμιών εκείνων που ήταν αδύνατο πια να εκπληρωθούν. "Γυρίστε με στο άλλο πλευρό", έλεγε κι αμέσως, την άλλη στιγμή, ζητούσε να τον ξαναβάλουν όπως ήταν πριν. "Δώστε μου ζωμό. Πάρτε τον από δω τον ζωμό. Πέστε τίποτα, γιατί σωπαίνετε;" Μα μόλις αρχίζανε να μιλάνε, αυτός έκλεινε τα μάτια και στο πρόσωπό του έβλεπες την κούραση, την αδιαφορία και την απέχθεια." 
"Μπορείς να κάτσεις πολλές ώρες, έχοντας μαζεμένα τα πόδια σου σε μια άβολη στάση, αρκεί να ξέρεις πως μπορείς, όποτε θελήσεις, να τα ξανατεντώσεις - κι αν ένας άνθρωπος ξέρει πως είναι υποχρεωμένος να κάτσει με διπλωμένα τα πόδια του, τότε θα τον πιάσουν σπασμοί και τα πόδια θ' αρχίσουν να κλοτσάνε προς τα κει που θά 'θελε να τα τεντώσει. Αυτό ακριβώς ένιωθε κι ο Βρόνσκι σχετικά με την καλή κοινωνία." 
"(...) Η κυριότερη έγνοια της ήταν ο εαυτός της - την απασχολούσε συνεχώς η σκέψη αν και κατά πόσο είναι απαραίτητη στον Βρόνσκι, αν μπορούσε να του αντικαταστήσει με την παρουσία της όλα όσα είχε εγκαταλείψει για χάρη της. Ο Βρόνσκι κολακευότανε βλέποντας πως είχε γίνει ο μοναδικός σκοπός της ζωής της, βλέποντας την επιθυμία της όχι μόνο να του αρέσει, μα να του φανεί και χρήσιμη, ταυτόχρονα όμως ένιωθε και κάποια δυσφορία βλέποντας τα ερωτικά δίχτυα, με τα οποία η Άννα προσπαθούσε να τον τυλίξει." 
"Και τότε η Άννα είδε καθαρά πως ο θάνατος ήταν ο μόνος τρόπος να τον αναγκάσει να την αγαπήσει, να τον τιμωρήσει και να βγει νικήτρια στην πάλη που διεξήγε μαζί του το κακό πνεύμα που είχε φωλιάσει στην καρδιά της." 
"Οι λέξεις οργανισμός, αποσύνθεση, αφθαρσία της ύλης, ο νόμος της διατηρήσεως της ενεργείας, η εξέλιξη, είχαν αντικαταστήσει την παλιά του πίστη. Οι λέξεις αυτές και οι έννοιες που εκφράζανε ήταν πολύ χρήσιμες για την κατάστρωση συλλογισμών, δε σε βοηθούσανε όμως να ζήσεις και ο Λέβιν ένιωσε σαν τον άνθρωπο που αντάλλαξε μια γούνα μ' ένα αροχνοϋφαντο πουκάμισο (...)."

Λυπάμαι πραγματικά που δε μπορώ να παρουσιάσω με όλη την πληρότητα που της αξίζει, την 'Άννα Καρένινα". Λυπάμαι που δε μπορώ να μεταφέρω τον οίκτο που ένιωσα για τον Αλεξέι Καρένιν, το πόσο αστεία μού φάνηκε η σκηνή στην οποία ο Στεπάν Αρκάντιτς, πλήττοντας φοβερά με τα όσα του διάβαζε μια θεούσα αριστοκράτισσα, ένιωσε να κοιμάται και πως σε λίγο θα άρχιζε να ροχαλίζει. Τη χαρά μου για το σμίξιμο του Λέβιν με την Κίττυ, για την απλή ευτυχία που δοκιμάζανε, την επιδοκιμασία μου για την αλληλοκατανόησή τους (αλήθεια, πόσο αδικημένο αυτό το αγαπημένο ζευγάρι, υπό τη λάμψη της τραγικής πρωταγωνίστριας...), που τους έκανε τον ένα εαυτό του άλλου. Το χαμόγελο όταν το ζαρωμένο πλασματάκι, ο γιός τους, φταρνίστηκε για πρώτη φορά. Τη συγκίνησή μου με την περιγραφή του τέλους της Καρένινα, που πολύ συνειδητά αποφάσισα να μην το καταγράψω, για να αφήσω ατόφια την ίδια συγκίνηση σε όσους διαβάσουν το βιβλίο. Δε μπορείς, όμως, να μεταφέρεις σε μια ανάρτηση ένα τέτοιο βιβλίο. Μπορείς μόνο να γράψεις, πως φαντάζεσαι τις γραμμές που χάραζε με την πένα ο συγγραφέας στα χαρτιά του. Και τις βλέπεις, αμέσως μόλις περνούσε η γραφίδα, σαν βαθιές αυλακιές σε χωράφι, γεμάτες αίμα αντί για μελάνι. Γιατί έτσι είναι πάντα τα βιβλία που σκάβουν στο σώμα της ίδιας της ζωής.

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

teaser

«Αισθάνονταν σαν τον άνθρωπο που τού βγάλανε ένα σάπιο δόντι, που τον πόναγε βδομάδες. Μετά απ' τον τρομερό πόνο κι απ' την αίσθηση πως του ξεριζώνανε κάτι τεράστιο, κάτι που ήταν μεγαλύτερο κι απ' το κεφάλι του, ο άρρωστος, μην πιστεύοντας στην ευτυχία του, νιώθει ξαφνικά πως δεν υπάρχει πια εκείνο που τόσο καιρό τώρα δηλητηρίαζε τη ζωή του, που τον έκανε να μην μπορεί να σκεφτεί τίποτε άλλο - νιώθει πως μπορεί και πάλι να ζήσει, να σκέφτεται και να έχει κι άλλα ενδιαφέροντα εκτός απ' το δόντι του.»

«Σε κάθε του βήμα δοκίμαζε το αίσθημα του ανθρώπου, που ενώ είχε χαρεί και καμαρώσει τον ήρεμο κι ευτυχισμένο πλουν μιας μικρής βάρκας στα ήσυχα νερά της λίμνης, ύστερα βρέθηκε κι ο ίδιος στο σκάφος. Έβλεπε τώρα πως δεν αρκεί να κάθεται στητός κι ασάλευτος, χωρίς να κουνιέται, έπρεπε να σκέφτεται συνεχώς πού πηγαίνει και να μη χάνει τον προσανατολισμό του, να μην ξεχνάει ούτε για μια στιγμή πως κάτω απ' τα πόδια του είναι το νερό, πως πρέπει να τραβάει κουπί· και τα ασυνήθιστα χέρια κουράζονται και πονάνε· έβλεπε πως είναι εύκολο να κοιτάς τη βάρκα απ' την όχθη, μ' αν βρεθείς μέσα, σε περιμένουν βέβαια πολλές χαρές, μα κι άλλες τόσες δυσκολίες.»

Βρισκόμαστε στα σαλόνια της μεγάλης λογοτεχνίας, πατάμε στα παχιά, πολύτιμα χαλιά της. Άπλετο φως γεμίζει τον χώρο από τις τεράστιες τζαμαρίες, προκαλεί μια ευφορία σχεδόν εορταστική, γεμάτη επισημότητα, στριμώχνεται στα δωμάτια λες και θά 'θελε να σπρώξει τους τοίχους και τα τζάμια, να χωρέσει περισσότερο. Τα μάρμαρα γυαλίζουν, οι λάμπες αστράφτουν. Όλα είναι έτοιμα, ξανά.
Το βιβλίο που μας έμπασε εδώ είναι ένα βιβλίο σπουδαίο, ένα μεγάλο βιβλίο: ένα pièce de résistance στα δείπνα των βιβλιόφιλων. Ανήκει σε εκείνα τα κλασικά αριστουργήματα τα πασίγνωστα, που ωστόσο λίγοι έχουν διαβάσει. Στο βιβλίο αυτό θα είναι αφιερωμένη η επόμενη ανάρτηση, η γιορτινή.
Λοιπόν, σε μερικές ημέρες, οι βαριές πόρτες θα ανοίξουν, οι λάμπες θα ανάψουν, στρατιωτικές στολές και επίσημα ενδύματα, τουαλέτες βελούδινες και ατλαζένιες, φτερά, δαντέλες, φιογκάκια, λουλούδια, αρώματα, θα γεμίσουν τα σαλόνια. Είστε προσκεκλημένοι σε αυτή τη δεξίωση πίσω στον χρόνο.

(Μια γεύση του βιβλίου πήρατε στην αρχή. Το αναγνώρισε κανείς - ή, μπορεί να το μαντέψει;)

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

Whiskers on kittens*

Δεν έχω αυταπάτες: τα Χριστούγεννα είναι η γιορτή - αποθέωση του καταναλωτισμού. Και η διάχυτη καλή διάθεση της περιόδου δεν έχει ίχνος πνευματικότητας. Καθορίζεται από το marketing του brand "Χριστούγεννα" και εγωιστικές προσδοκίες ευδαιμονίας.
Οι καταναλωτικές συμπεριφορές και τα προϊόντα, πάντως, μπορούν, όπως όλα, να λειτουργήσουν και ως πυροδοτητές αναμνήσεων, συναισθημάτων, σκέψεων. Οπότε ο ευτελής χαρακτήρας τους υποχωρεί και μένει η αξία τους ως ερεθίσματα. Και η σημερινή ανάρτηση, σε μια πρόσφατη βόλτα στα μαγαζιά οφείλεται.
Στη διάρκειά της, πέρασα ώρες σε μερικά από τα αγαπημένα μου εμπορικά καταστήματα της προ-χριστουγεννιάτικης περιόδου. Μια μυρωδιά σε ένα από αυτά (ένα βιβλιοπωλείο μεγάλης αλυσίδας, που διαθέτει και φιγούρες-παιχνίδια γνωστών παιδικών κινηματογραφικών ταινιών), με πήγε πολύ πίσω στο χρόνο. Ήταν η μυρωδιά των καινούργιων παιχνιδιών - μαζικής παραγωγής-, εκείνη η μυρωδιά φρέσκου πλαστικού, ανακατεμένη με μια δόση μωρουδιακής πούδρας και συνθετικών, γυαλιστερών τριχών που ξεχύνεται όταν ανοίγεις το κουτί με την κούκλα. Θα μπορούσε να γραφτεί και ποίημα για τη μυρωδιά αυτή, έτσι ανακατεμένη που είναι στις παιδικές υποθέσεις τις εορταστικές. Κάπως έτσι ένιωσα να μπαίνω σε ένα μικρο-βασίλειο εργαλείων χαράς (διότι, τι άλλο είναι τα παιχνίδια;), μαλλιού της γριάς, βανίλιας, φώτων που λαμπυρίζουν στο σκοτάδι, πολύχρωμων κορδελών που λύνονται, καρουζέλ με νανουριστικούς ήχους, αχνοζάχαρης και μελοκάρυδου. Και σκέφτηκα τον Δεκέμβρη ως έναν μήνα χαράς. Αλλά μετά αναρωτήθηκα: χαράς ή ευχαρίστησης;
Τα δύο φυσικά δεν είναι ίδια. Άλλο που συνήθως ο ορισμός τους μπλέκεται. Η ευχαρίστηση είναι πιο... ενήλικη, πιο ήρεμη, πιο επεξεργασμένη. Τη σκέφτομαι ως το αποτέλεσμα νοητικών διεργασιών. Ως το παρεπόμενο επίτευξης στόχων, της επαλήθευσης προσδοκιών καλά μελετημένων, την ανταμοιβή κοπιαστικής εργασίας, την ικανοποίηση πόθων. Ναι, ενήλικη είναι.
Η χαρά, από την άλλη, είναι παιδί. Είναι συμπυκνωμένη ουσία, χειμαρρώδης φουσκοκαρδιά. Αθώα, αυθόρμητη, λαμπερή. Ανεξάρτητη από μίζερους υπολογισμούς. Είναι μια μικρή μπαλίτσα φωτεινών χρωμάτων που ιριδίζουν. Η ευχαρίστηση βαθαίνει το βλέμμα, η χαρά το κάνει να αστράφτει και να σπινθηρίζει. Λοιπόν, ο Δεκέμβρης είναι χαρά. Και τα Χριστούγεννα είναι... κάτι σαν το καλοκαίρι του χειμώνα.
[Σε αντίθεση με ό,τι λέγεται, πάντως, η γιορτή αυτή δεν είναι μόνο για τα παιδιά, ούτε καν κυρίως για αυτά. Είναι πιο πολύ για τους νικημένους από την πρακτικότητα μεγάλους. Που θέλουν κι αυτοί, τώρα που μπορούν να το εκτιμήσουν, ένα διάλειμμα με μαγεία και ζεστασιά. Ή, μάλλον, για τα πολύ-πολύ μικρά παιδιά (που δεν το έχουν συνηθίσει ακόμα και όλα τούς είναι καινούργια και θαυμαστά) και τους μεγάλους. Οι ενδιάμεσες ηλικίες είναι, νομίζω, πιο σοβαρές και συγκρατημένες.]

Λοιπόν, μια και έχω κέφια σήμερα αλλά και λόγω θέματος, άρχισα να σκέφτομαι τι με κάνει να χαίρομαι, τι μου φτιάχνει τη διάθεση, τι μπορεί να προσέξω και να χαμογελάσω. Απλές, καθημερινές, μικρές αφορμές. Το παιχνίδι με ζωάκια και οι αδέξιες χαζομάρες που κάνουν. Η μυρωδιά φρεσκοψημένου γαλακτομπούρεκου στο δρόμο. Μια "καλημέρα" με εγκάρδιο χαμόγελο. Τα χαρούμενα πρόσωπα. Τα κατάπληκτα παιδικά μάτια. Η καλοσυνάτη ευγένεια. Η χαρά των άλλων όταν σε βλέπουν. Ένα αναπάντεχο, καλόγουστο δωράκι. Η λιακάδα μιας χειμωνιάτικης μέρας. Η ζεστασιά στον ήλιο, μετά από περπάτημα για πολλή ώρα στην κρύα σκιά. Η παράταση του χουζουρέματος στο κρεβάτι, ένα βροχερό πρωινό. Μια ενδιαφέρουσα σκέψη. Ένα ξεχασμένο όμορφο αντικείμενο που ανακαλύπτεις στα βάθη της αποθήκης - και τώρα ξέρεις τι να το κάνεις! Το τηλεφώνημα από έναν φίλο που έχετε να τα πείτε καιρό. Το να ξεκινάς νωρίς τη μέρα σου, κερδίζοντας χρόνο να κάνεις πολλά. Το να ξαπλώνεις στο κρεβάτι το βράδυ, έχοντας την ικανοποίηση πως υπήρξες δημιουργικός ή/και χρήσιμος. Το να παίρνεις την πρωτοβουλία να λύσεις μια παρεξήγηση και να τα καταφέρνεις. Τι άλλο θα βάζατε στη λίστα;

* Περί λιστών με όσα δίνουν χαρά...



Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

"Ο χάρτης και η επικράτεια", Μ. Ουελμπέκ


Το βραβείο Γκονκούρ του 2010 και η πρώτη μου επαφή με τον Μισέλ Ουελμπέκ, για τον οποίο φίλοι που εκτιμώ μού είχαν μιλήσει με πολύ κολακευτικά λόγια στο παρελθόν. Αρχικά, δεν είχα ιδέα για την αρνητική του φήμη (η σύγχρονη λογοτεχνία δεν είναι ακριβώς my cup of tea), αλλά ακόμη και όταν έμαθα πως είναι διαβόητος για διάφορους λόγους, η περιέργειά μου μεγάλωσε, απέκτησα επιπλέον λόγους να θέλω να διαβάσω έργα του. Έτσι, κάποια στιγμή το καλοκαίρι αποφάσισα να σχηματίσω δική μου άποψη για την αξία του ως συγγραφέα, ξεκινώντας από το προτελευταίο του μυθιστόρημα. Απέκτησα τότε το "Ο χάρτης και η επικράτεια" - το οποίο, όμως, περίμενε στη στοίβα με τα αδιάβαστα βιβλία του κομοδίνου μου για μήνες. Το πλήρωμα του χρόνου για την ανάγνωσή του έφτασε στο τέλος της προηγούμενης εβδομάδας και ήταν ... μια απολύτως αναζωογονητική (μετά την περίεργη πεζογραφία που είχα διαβάσει τον προηγούμενο καιρό), απολαυστική εμπειρία!
Ήρωας του βιβλίου είναι ο καλλιτέχνης Ζεντ Μαρτέν. Ένα άτομο με προβληματικές σχέσεις, του οποίου τυχαία η επαγγελματική ζωή (που ξεκινά από τη φωτογραφία, συνεχίζεται με μια στροφή στη ζωγραφική και τελειώνει με τη δημιουργία "βιντεογραμμάτων") εξελίσσεται θαυμάσια, καταλήγοντας να πλουτίσει. Σημειωτέον πως σε αυτό συμβάλλει και ο ίδιος ο συγγραφέας, που σαν άλλος Χίτσκοκ γίνεται περσόνα στην υπόθεση του βιβλίου, με σημαντικό μάλιστα ρόλο: σύμφωνα με την ιστορία, λοιπόν, πριν από μια σημαντική του έκθεση ο Μαρτέν απευθύνεται στον συγγραφέα Μισέλ Ουελμπέκ και του ζητάει να γράψει το κείμενο του καταλόγου της. Μεταξύ τους φαίνεται να υπάρχει κάποιου είδους κατανόηση και συμπάθεια, οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην ανάπτυξη μιας φιλίας - αν ο συγγραφέας δεν έπεφτε θύμα άγριας δολοφονίας!
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Μαρτέν - ο οποίος όταν ήταν νέος φωτογράφιζε "αντικείμενα ανθρώπινης κατασκευής της βιομηχανικής εποχής" στη διάρκεια μιας περιόδου που επιθυμούσε να περιγράψει αντικειμενικά τον κόσμο, στη συνέχεια είχε μετατρέψει σε εικαστικά έργα χάρτες της γαλλικής περιφέρειας, όταν η επιθυμία του είχε μετακινηθεί στην ανακατασκευή του κόσμου και έπειτα είχε ζωγραφίσει μια σειρά εξήντα περίπου πινάκων με θέμα είτε "απλά" επαγγέλματα είτε συνθέσεις με γνωστούς επιχειρηματίες, προκειμένου να παρουσιάσει τις παραγωγικές συνθήκες της μεταβιομηχανικής κοινωνίας και μια εικόνα της λειτουργίας της μεταβιομηχανικής οικονομίας - αφοσιώνεται στη δημιουργία ενός έργου που αποτελείται από επεξεργασμένες με ειδικό λογισμικό λήψεις βίντεο, στις οποίες παρουσιάζεται η αποσύνθεση βιομηχανικών αντικειμένων, φωτογραφιών των ανθρώπων που γνώρισε και έπαιξαν κάποιο ρόλο στη ζωή του και ανθρώπινων φιγούρων Playmobil και κατόπιν η κάλυψή τους από αλλεπάλληλες στρώσεις φυτών, ως "ένας νοσταλγικός διαλογισμός πάνω στο τέλος της βιομηχανικής εποχής στην Ευρώπη και γενικότερα στη φθαρτή και προσωρινή φύση κάθε ανθρώπινου τομέα παραγωγής.
Ζωή, τέχνη, χρήμα και οι σχέσεις μεταξύ τους. Τα μεγάλα θέματα του Ουελμπέκ στο βιβλίο του. Η εργασία και η σχέση της με το χρήμα. Το χρήμα στον ελεύθερο χρόνο του καπιταλιστικού δυτικού κόσμου, όπου ο άνθρωπος έχει καταλήξει καταναλωτής (δεκάδες εμπορικές ονομασίες αναφέρονται), τηλεθεατής, τουρίστας. Και ο καλλιτέχνης ακόμα, του οποίου το έργο αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, φορέα αλήθειας, ουσίας - επομένως η ματιά του διαθέτει ενός είδους σοφία, μαρτυρά την ικανότητά του να ανεξαρτητοποιείται από τις συνθήκες, να τις υπερβαίνει - κι αυτός ακόμη δεν σώζεται από την εκφυλιστική επίδραση της αγοράς. Όταν τα έργα του κοστολογηθούν και του αποφέρουν εκατομμύρια ευρώ, ο Μαρτέν θα χάσει το κίνητρο, την ανάγκη να είναι δημιουργικός, θα αδρανήσει. Η επιβίωσή του θα έχει εξασφαλιστεί, θα έχει πλέον χρήματα για όλη του τη ζωή. Θα έχει εξαγοραστεί και αυτός, οι ζωτικές του δυνάμεις θα έχουν μπουκώσει. 
("Πάντα μπορούμε, του είχε πει ο Ουελμπέκ όταν αναφέρθηκε στην καριέρα ως μυθιστοριογράφου, να κρατάμε σημειώσεις, να προσπαθούμε να παρατάξουμε φράσεις. Όμως για να ξεκινήσουμε τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος πρέπει να περιμένουμε ωσότου όλα αυτά γίνουν συμπαγή, αδιαμφισβήτητα, πρέπει να περιμένουμε την εμφάνιση ενός αυθεντικού πυρήνα αναγκαιότητας. Δεν αποφασίζουμε ποτέ μόνοι μας τη συγγραφή ενός βιβλίου, είχε προσθέσει. Το βιβλίο, κατά την άποψή του, ήταν σαν ένα κομμάτι μπετόν που αποφασίζει να πήξει και οι δυνατότητες δράσης του συγγραφέα περιορίζονταν στο γεγονός ότι είναι εκεί και περιμένει, σε μια αγωνιώδη αδράνεια, να ξεκινήσει η διαδικασία από μόνη της. Εκείνη τη στιγμή ο Ζεντ κατάλαβε ότι η αδράνεια ποτέ πια δεν θα του προκαλούσε άγχος(...)")
Ούτε η τέχνη, λοιπόν, αποτελεί καταφύγιο από την πραγματικότητα. Αντλεί από εκείνη για να υπάρξει και εκείνη φιλοδοξεί να εμπλουτίσει - αλλά ξεδοντιάζεται. Σε έναν κόσμο που τα πάντα θεωρούνται εμπορεύσιμα, που το καθετί αξίζει όσο το πληρώνεις, όσα χρήματα κοστίζει, γίνεται και η τέχνη καταναλωτικό αγαθό, επιφάνεια. Γίνεται προϊόν. Όπως προϊόν, πολιτισμικό προϊόν της εποχής του, είναι και ο δημιουργός της, ο οποίος μετατρέπεται σε απλό προμηθευτή, υπάλληλο του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Δεν κρύβεται, δεν την ξεπερνά την πραγματικότητα. Καταποντίζεται από αυτήν, με απόλυτη δημοκρατικότητα και παύει να συμμετέχει στη ζωή. "Εκείνος είχε αναδειχθεί, λιγότερο από έναν μήνα νωρίτερα, χάρη στον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης, ο πλούτος τον είχε τυλίξει ξαφνικά σαν βροχή από σπινθήρες, τον απελευθέρωσε από κάθε οικονομικό ζυγό, και συνειδητοποιούσε ότι τώρα θα άφηνε αυτόν τον κόσμο στον οποίον δεν ανήκε ποτέ αληθινά (...), θα ήταν πλέον στη ζωή όπως ήταν αυτή τη στιγμή στην καμπίνα του Audi Allroad Α6 με το άριστο φινίρισμα, γαλήνιος και χωρίς χαρά, οριστικά ουδέτερος." 
Το χρήμα, ωστόσο, δε συνδέεται μόνο μεταφορικά με την αποκοπή των ατόμων από τους χυμούς και την ουσία της ζωής, αλλά σχετίζεται και εντελώς κυριολεκτικά με το τέλος της ζωής, αφού αποτελεί ένα πρώτης τάξεως κίνητρο για φόνο (όπως θα διαπιστωθεί και με την εξιχνίαση της δολοφονίας του συγγραφέα). 
"Φανταζόμασταν ότι ίσως είχαμε να κάνουμε με ένα έγκλημα πάθους ή μια κρίση θρησκευτικής παράνοιας, διάφορα τέτοια πράγματα. Είναι μάλλον καταθλιπτικό να καταλήγουμε στο πιο διαδεδομένο κίνητρο εγκλήματος, το πιο καθολικό: το χρήμα. Τον επόμενο χρόνο θα έκλεινε τριάντα χρόνια καριέρας στην αστυνομία. Πόσες φορές στην καριέρα του είχε να κάνει με έγκλημα του οποίου το κίνητρο δεν ήταν το χρήμα;Μπορούσε να τις μετρήσει στα δάκτυλα του ενός χεριού. Κατά μία έννοια ήταν καθησυχαστικό αυτό, αποδεικνύει ότι το απόλυτο κακό είναι σπάνιο για το ανθρώπινο είδος. Όμως απόψε, χωρίς να ξέρει γιατί, αυτό το έβρισκε ιδιαιτέρως θλιβερό."  
Δεν υπάρχουν, όμως, μόνο στοχασμοί κοινωνικο-οικονομικής φύσης στο "Ο χάρτης και η επικράτεια". Για έναν άνθρωπο μονήρη, όπως ο ήρωας του βιβλίου, με μια μητέρα που αυτοκτόνησε όταν ήταν μικρός (χωρίς να μαθαίνουμε τον λόγο) και έναν πατέρα που ήθελε να κάνει - και έκανε - ευθανασία για να αποφύγει τα δεινά των γηρατειών του (βάζοντας, έτσι, τον Μαρτέν, όπως το θέτει ο ίδιος, σε μια θέση άβολη: "τη θέση εκείνου του οποίου οι δεσμοί με τη ζωή έχουν έλλειμμα σταθερότητας κατά κάποιον τρόπο"), με δύο γυναίκες στη ζωή του, τη Ζενεβιέβ και την Όλγα (πόρνη πολυτελείας η πρώτη, μια καλλονή από τη Ρωσία η δεύτερη), καμία από τις οποίες δεν κατάφερε να κρατήσει, ο τρόπος που εξελίσσεται η συναισθηματική του ζωή και οι απόψεις που εκφράζει για τις σχέσεις, έχουν το ψυχολογικό ενδιαφέρον τους. (Και δικαιώνουν την άποψη που υποστηρίζει ότι ένας συγγραφέας πρέπει να έχει κάποια γνώση της ζωής .)
"Είχε την εντύπωση ότι αποκοιμήθηκε αμέσως μόλις ακούμπησε το μαξιλάρι. Έκαναν έρωτα; Μάλλον όχι, και αυτό το απλό γεγονός ήταν ήδη σοβαρό, γιατί μετά από τόσα χρόνια χωρισμού θα έπρεπε, θα έπρεπε τουλάχιστον να προσπαθήσουν, η αναμενόμενη απουσία άμεσης στύσης μπορούσε εύκολα να αποδοθεί στην υπερβολική κατανάλωση αλκοολούχων ποτών, όμως εκείνη θα μπορούσε να τον γλείψει, δεν θυμάται να το είχε κάνει, ίσως έπρεπε να της το ζητήσει; Κι αυτός ο δισταγμός σχετικά με τα σεξουαλικά δικαιώματα, σχετικά με το τι ήταν φυσικό και φυσιολογικό στο πλαίσιο της σχέσης τους ήταν ανησυχητικός και πιθανόν η αναγγελία του τέλους. Η σεξουαλικότητα είναι εύθραυστο πράγμα, είναι δύσκολο να την προσπελάσεις και τόσο εύκολο να τη χάσεις." 

"Η ζωή κάποια στιγμή μάς δίνει μια ευκαιρία, σκέφτηκε, όμως αν είμαστε δειλοί ή αναποφάσιστοι για να την αδράξουμε, η ζωή παίρνει πίσω τα χαρτιά της, έρχεται μια στιγμή που πρέπει να κάνουμε κάτι και να προσεγγίσουμε μια δυνητική ευτυχία, αυτή η στιγμή διαρκεί μερικές μέρες, καμιά φορά βδομάδες ή ακόμα και λίγους μήνες, όμως εμφανίζεται μία και μόνο φορά κι αν αργότερα θελήσουμε να επιστρέψουμε σ' αυτή είναι απλούστατα αδύνατο, δεν υπάρχει πλέον χώρος για τον ενθουσιασμό, την εμπιστοσύνη και την πίστη, απομένει μια γλυκιά παραίτηση, ένας αμοιβαίος και θλιμμένος οίκτος, η άχρηστη και σωστή αίσθηση ότι κάτι θα μπορούσε να είχε γίνει, ότι απλώς φανήκαμε ανάξιοι του δώρου που μας είχε δοθεί." 

Έχοντας διαβάσει το βιβλίο, δε μπορώ να καταλήξω στο αν ο Ουελμπέκ είναι εγκεφαλικός λογοτέχνης ή κάποιος διανοούμενος που βρήκε στη συγγραφή την πρόφαση να ξεδιπλώνει τις σκέψεις του στα θέματα που τον απασχολούν. Είχα πολλές φορές, κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, την αίσθηση πως η υποτυπώδης πλοκή του βιβλίου, η απλή υπόθεση, ήταν απλώς ο καμβάς για να ζωγραφίσει  ο συγγραφέας το σύμπαν των δικών του πεποιθήσεων, πεποιθήσεων πειστικών ανθρώπου διαβασμένου. Πραγματικά ευχαριστήθηκα τις συζητήσεις του Μαρτέν με τον πατέρα του, όσο και με τον Ουελμπέκ-υποτίθεται. Τόσες πληροφορίες για τόσα θέματα, στο φως των οποίων έμπαινες σε σκέψη, ώστε να τις συνθέσεις με δικές σου προϋπάρχουσες γνώσεις και να τις εντάξεις στην προσωπική σου κοσμοθεωρία - ήταν σαν προνόμιο, το να βρίσκεσαι στο μυαλό του συγγραφέα και να παρακολουθείς την πορεία των σκέψεών του.
Το δε εύρημα για τη συμμετοχή του στην υπόθεση του βιβλίου, μού φάνηκε πολύ παιχνιδιάρικο. Μολονότι το γνώριζα εκ των προτέρων, με ξάφνιαζε η παρουσία του Ουελμπέκ στις σελίδες του βιβλίου. Φαντάζομαι θα το διασκέδασε πολύ να παρουσιάζει τον εαυτό του, αρχικά όπως τον θέλουν οι δημοσιογράφοι που τον απεχθάνονται (στις περιπτώσεις εκείνες, σαν να τους έβγαζε τη γλώσσα) και ύστερα όπως θα ήθελε ο ίδιος να παρουσιαστεί. Το διασκέδαζα κι εγώ μαζί του, ειδικά τα επίθετα που χρησιμοποιούσε για το άτομό του. Το ακόμα πιο διασκεδαστικό ήταν ο μακάβριος τρόπος του θανάτου του που είχε επινοήσει. Δε θα μπορούσα να πω αν αποτελεί σημάδι της καταθλιπτικής ιδιοσυγκρασίας που είναι μέρος της φήμης του ή ένδειξη μεγάλου κεφιού, εγώ μια φορά το απόλαυσα. Όπως και την αστυνομική τροπή που πήρε το τελευταίο μέρος του βιβλίου, καθώς οι αρχές προσπαθούσαν να εντοπίσουν τον δολοφόνο του.
Αν ο Ουελμπέκ συγκαταλέγεται στην κατηγορία "κόλιανδρος" (που ή τον αγαπάς από την αρχή ή τον μισείς), ξεκάθαρα ανήκω σε εκείνους που τους ενθουσιάζει η γραφή του, ή, καλύτερα, ο τρόπος που σκέφτεται. Ήδη έχω συμπληρώσει στη λίστα μου με τα προς απόκτηση βιβλία την "Υποταγή" του (που, ούτως ή άλλως, έχει πολύ ενδιαφέρον και επίκαιρο θέμα) και την "Μορφολογία της τελευταίας όχθης", την τελευταία του ποιητική συλλογή. Περιττό να συμπληρώσω, νομίζω, πως ανυπομονώ και για τα δύο.

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

Νυχτερινά: Ποιητές

Τώρα, λοιπόν, ξέρεις πώς είναι.
Να συναντιέσαι με το "μόνο" και το "για πάντα".
Να έρχονται να σε βρίσκουν λέξεις καινούργιες, αχρησιμοποίητες.
Για το καινούργιο, το αδοκίμαστο συναίσθημα.
Που, τελικά, έμαθες κι εσύ.
Πάντα για ό,τι ξέρεις γράφεις.
Μέχρι όσο νιώθεις, γράφεις.
Είναι, λοιπόν, καλή δοκιμασία
Έρωτα το "γράψε μου ένα ποίημα".
Όχι ματαιοδοξία, όχι.
Αν ζητηθεί από καρδιά που τρέμει
Φόβο δείχνει. Που γεννάει πονηριά.
Με τις λέξεις σου θα γίνεις διάφανος
Μόνο ό,τι υπάρχει θα φανεί.
Μέχρι εκεί που υπάρχει.
Και όσα λείπουν θα λάμψουν
Δια της απουσίας τους.
Αλλά είναι οι από πριν συντονισμένοι
Που θα καταλάβουν - όχι όλοι.
Εκείνοι που έχουν
Αυτό που ζητούν να λάβουν.
Πώς αλλιώς να αναγνωρίσεις κάτι
Αν δε σου είναι ήδη γνώριμο;
Εκείνους να προσέχεις,
Δε θα τους κοροϊδέψεις.
Γιατί, φίλε μου,
Ερωτικά ποιήματα γράφουν μόνο οι ερωτευμένοι.
Οι παλιά, οι νυν και αεί ερωτευμένοι.
Κανείς άλλος δε μπορεί.
Όσο και νά 'χει ταλέντο.
Οι λέξεις δε χαρίζονται.
Πρέπει να τις κερδίσεις.
Να τις αξίζεις.
Σε αυτά δεν προκόβει πλαστογράφος.
Και μόνο οι ερωτευμένοι είναι άξιοι εκτιμητές.
Οι παλιά, οι νυν και αεί ερωτευμένοι.
Κλειστό σινάφι τέχνης
Απ' την αρχή του χρόνου.
Λοιπόν, όταν σε βρουν οι λέξεις
Θα σε αναγνωρίσουν σαν δικό τους.
Οι απανταχού οποτεδήποτε ερωτευμένοι.
Θα σε αναγνωρίσουν σαν δικό τους,
Θα σε αγκαλιάσουν. Ναι.
Λίγοι, όμως, ίσως
Να μην αποδεχτούν τη συγγένεια,
Για κείνους δε θα γίνεις οικογένεια.
Θα είναι εκείνοι που
Πριν από σένα τούς βρήκαν οι λέξεις.
Εξαιτίας σου.