Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

Νυχτερινά*: Εις μνήμην

(*Τα Νυχτερινά είναι μια ενότητα της οποίας κάνω σήμερα την αρχή στο ιστολόγιο. Την ιδέα μού έδωσαν οι Ιστορίες της Νύχτας  - οι οποίες, όπως διαπίστωσα, μου αρέσουν τόσο, ώστε αποφάσισα να τις κάνω ανεξάρτητες από τη σχετική διοργάνωση της Αριστέας, για να τις γράφω και να τις δημοσιεύω όποτε με επισκέπτεται η έμπνευση.)


 Ένιωσε ένα μαλακό σκούντημα στον ώμο και άνοιξε αμέσως τα μάτια. Η ασπροντυμένη κοπέλα από πάνω της τής μίλησε. "Μπορείτε να 'ρθείτε στο γραφείο για λίγο, παρακαλώ;" Μεμιάς κατάλαβε.
"Τι ώρα έφυγε;", ρώτησε.
"Στη μία και είκοσι.", απάντησε η κοπέλα. "Ο αδερφός σας είναι μαζί του."
Κοίταξε το ρολόι της. Δύο μετά τα μεσάνυχτα, ακριβώς. Πριν από σαράντα λεπτά είχε γίνει, λοιπόν. Όσο εκείνη κοιμόταν σε κάποιον από τους άδειους θαλάμους του ορόφου.

Μετά τις σύντομες γραφειοκρατικές διατυπώσεις, μπήκε για τελευταία φορά στο δωμάτιο της Εντατικής, όπου ξενυχτούσε για μια εβδομάδα. Την είχε ξυπνήσει το τηλεφώνημα τα ξημερώματα, ίδια ώρα περίπου με απόψε. "Ο Μανώλης έπεσε και χτύπησε άσχημα" Άρχισε, έντρομη, να κάνει κλήσεις στο νοσοκομείο της ιδιαίτερης πατρίδας της, να μάθει ποιά ήταν η κατάσταση. Συνταξιούχος νοσηλεύτρια, ήξερε από αυτά.
Τα πρώτα νέα δεν ήταν καλά. Ο αδερφός της δεν είχε ανακτήσει ακόμη τις αισθήσεις του. Φυσιολογικό, της είπαν, μεθυσμένος ήταν όταν είχε χτυπήσει. Έβαλε τις φωνές. "Μια αξονική, βρε παιδιά, έχει χτυπήσει στο κεφάλι! Μπορεί να προκλήθηκε αιμάτωμα! Μα τι κάνετε εκεί μέσα!" Με την πίεσή της, τον εξέτασαν πιο προσεκτικά. Μυδρίαση και στα δύο μάτια. Η ακτινογραφία, η διακομιδή στη Θεσσαλονίκη, το χειρουργείο, πόσο γρήγορα έγιναν μετά από αυτό. Αλλά είχε χαθεί τόσος χρόνος ...
Πήρε την ίδια μέρα το μεσημέρι το λεωφορείο, να βρεθεί κοντά του. Τα άλλα δυο της αδέρφια ταξίδεψαν κι εκείνα την ίδια μέρα, από Ιταλία η αδερφή της, από Μάλτα ο αδερφός της, να είναι μαζί με τη μάνα τους και μαζί του. Η Ελένη, όμως, δεν είχε ελπίδες, ήδη από πριν επιβιβαστεί στο λεωφορείο. Ήξερε καλύτερα. Σε τέτοια κατάσταση που ήταν ο Μανώλης όταν μπήκε στο χειρουργείο, μόνο σε ένα θαύμα θα μπορούσαν να ελπίζουν.
Τα ίδια της είπαν και στο νοσοκομείο. Βρίσκονταν σε αναμονή, της είπαν. Να "πάρει μπροστά" ο οργανισμός του. Άλλο τίποτα δε μπορούσε να γίνει. Τα περίμενε τα νέα, τους εξήγησε. Της δουλειάς ήταν. Όταν τον είδε, όμως, στο κρεβάτι της μονάδας εντατικής θεραπείας, με τα σωληνάκια στο στόμα και τις γάζες στο κεφάλι, λύγισε. Κόπηκαν τα γόνατά της, θόλωσαν τα μάτια της. Ο αδερφός της ήταν ξαπλωμένος εκεί, τον αδερφό της κρατούσαν στη ζωή τα μηχανήματα. Τον αδερφό της, που τον είχε μεγαλώσει εκείνη - όπως και τα άλλα της τα αδέρφια. Οχτώ χρόνια μεγαλύτερη από τον Μανώλη ήταν η Ελένη, εννέα από τον Βασίλη, δώδεκα από την Κατερίνα. Εκείνη είχε μεγαλώσει τα αδέρφια της, όσο οι γονείς τους δούλευαν στα χωράφια.  Εκείνη μαγείρευε, εκείνη τους πρόσεχε. Εκείνη άκουγαν και είχαν σαν μάνα. Και ήταν μαζί και αδέρφια της και παιδιά της.
Ο Μανώλης ... Τον χάιδευε εκείνες τις μέρες στο νοσοκομείο, του μιλούσε. Έλεγχε τις ζωτικές του λειτουργίες. Η καρδιά του ήταν ατσάλινη, της έλεγαν οι γιατροί. Χτυπούσε ακούραστα. Ο εγκέφαλός του, ωστόσο, είχε πάθει μεγάλη ζημιά. Αν ξυπνούσε, δε θα έμοιαζε σε τίποτα με τον άνθρωπο που ήξεραν πριν την πτώση του. Θα χρειαζόταν φροντίδα διαρκώς.
Πώς είχαν φτάσει μέχρι εδώ τα πράγματα; Καθισμένη δίπλα του στο κρεβάτι, όλα εκείνα τα εικοσιτετράωρα, η Ελένη σκεφτόταν, θυμόταν. Κάπου δύο δεκαετίες είχε που ήταν αλκοολικός ο αδερφός της. Δεν πίστευε, όμως, πως ήταν άρρωστος, όταν του το έλεγαν. "Εγώ, βρε, είμαι άρρωστος; Κοίτα δυνατός που είμαι!", έλεγε πάντα και έκανε ποντίκι. Σαν παιδάκι.
Επτά φορές σε δύο χρόνια είχε εισαχθεί σε κλινική απεξάρτησης με εισαγγελική εντολή. Και τις επτά φορές, στο μήνα πάνω απαιτούσε να τον βγάλουν - και τον έβγαζαν. Πώς θα μπορούσε να τον είχε βοηθήσει πιο αποτελεσματικά, για να μη γίνει το κακό; Τι να είχε κάνει; Πόσο μπορείς να βοηθήσεις κάποιον, που δεν αναγνωρίζει ότι έχει πρόβλημα, που δε θέλει να βοηθηθεί; Αν δεν είσαι κοντά του εγκαίρως, όταν το πρόβλημα αρχίζει να δημιουργείται - πόσο μπορείς να τον βοηθήσεις μετά; Γίνεται να είσαι ένοχος, επειδή απλά ακολούθησες το μονοπάτι της δικής σου ζωής, που σε οδήγησε μακριά, εκεί από όπου δε μπορούσες να επηρεάσεις τις καταστάσεις;
Ένιωθε ένοχη η Ελένη. Βασανιζόταν. Που δεν είχε μπορέσει να φροντίσει τον αδερφό της μέχρι τέλους, που δεν είχε κατορθώσει να τον προστατέψει. Τον μοναδικό της Μανώλη, τον αγαπημένο. Το ευαίσθητο, ντροπαλό, φιλότιμο αγοράκι με τη χρυσή καρδιά. Το κλειστό στον εαυτό του παιδί, που της είχε αδυναμία. Καλύτερα από μάνα την είχε. "Μεγαλώνουν οι άντρες, με το φίλημά μου, με το φίλημά σου" - τής ήρθαν στο μυαλό οι στίχοι του τραγουδιού. Μήπως δεν τον είχαν αγαπήσει αρκετά, για να το καταλάβει; Γι' αυτό έγινε ένα βλασταράκι που δε ρίζωσε καλά στη ζωή, που δεν έγινε δέντρο; Γι' αυτό δεν αγάπησε αρκετά τον εαυτό του, γι' αυτό; Επειδή δεν του είχαν δείξει το πώς, με το παράδειγμά τους;
Είχε απογοητευτεί από νωρίς ο αδερφός της. Είχαν όλοι τους μεγαλώσει σε δύσκολα χρόνια, φτωχικά πολύ. Όταν όμως πέρασε στο ΤΕΙ ηλεκτρολόγος, πίστεψε ότι η τύχη του θα έφτιαχνε. Το υπέδαφος ήταν γεμάτο λιγνίτη, η περιοχή είχε τις πιο μεγάλες εγκαταστάσεις της ΔΕΗ, το πτυχίο του με άριστα το είχε πάρει. Είχε όνειρα: θα έβρισκε καλή δουλειά, θα παντρευόταν, θα έκανε οικογένεια. Θα πρόκοβε στη ζωή του. Καμία θέση εργασίας, ωστόσο, δεν έγραφε το όνομά του. Όλες δίνονταν σε ανθρώπους που είχαν "μέσο" - ακόμη και γνωστοί του χωρίς προσόντα είχαν βρει δουλειά, γιατί είχαν τις σωστές γνωριμίες. Και ο Μανώλης όλο και προσπαθούσε, αλλά οι θέσεις όλο και λιγόστευαν. Τελικά παραιτήθηκε από την ελπίδα.
Πήρε μια βαλίτσα στο χέρι και άρχισε να ταξιδεύει σε όλη την Ευρώπη, όπου τον έστελνε ο εργολάβος που τον πήρε στη δούλεψή του. Με τον καιρό έγινε το δεξί του χέρι, με την εργατικότητα και την ευσυνειδησία του. Για τα πάντα, το αφεντικό του σε εκείνον στηριζόταν. Μα και ο Μανώλης ποτέ δεν φάνηκε κατώτερος των προσδοκιών του, ποτέ δεν πρόδωσε την εμπιστοσύνη του. Στα ταξίδια του για δουλειά στο εξωτερικό, δεν έπινε ποτέ. Ούτε σταγόνα. (Τη μεθεπόμενη μέρα, στην κηδεία του, ένα μεγάλο στεφάνι με λευκά άνθη και την επιγραφή "Στον άξιο συνεργάτη", θα το υπενθύμιζε αυτό.) Μα μόλις πατούσε ξανά στο χωριό του, δεν έμενε νηφάλιος στιγμή. Με μια βαλίτσα συνέχεια, σε ταξίδια εδώ κι εκεί, οικογένεια δε μπορούσε να κάνει. Μόνος του είχε μείνει, τα νιάτα έφευγαν, να γνωρίζει κοπέλες δεν είχε την ευκαιρία, έτσι συνεσταλμένος που ήταν και που δεν έμενε ποτέ για πολύ καιρό σε ένα μέρος. Πικράθηκε.
Πόσο στενάχωρο είναι να σκέφτεσαι ότι η ζωή κάποιου ήταν "μικρή"; Ότι αυτός ο άνθρωπος δε χάρηκε αρκετά, δεν υπήρξε ευτυχισμένος; Δε μοιάζει με φάρσα σκληρή, να γεννηθεί κανείς μόνο και μόνο για να περιμένει, από ένα σημείο και μετά, το θάνατό του; Αυτό φαινόταν ότι έκανε ο αδερφός της. Με το ποτό, έσπρωχνε μπροστά τον χρόνο. Έφτανε πιο κοντά στο τέρμα του, χωρίς να υποχρεωθεί να ζήσει όλη του την οδυνηρή διάρκεια. Μπορεί έτσι να πετούσε πάνω από τα ανθρώπινα: τα απλά, γλυκά ανθρώπινα που ο ίδιος δεν είχε φτάσει και πίστευε ότι δεν θα έφτανε. Για να μπορεί να τα βλέπει από ψηλά, χωρίς να τον αφορούν, χωρίς να τον πονάνε. Να είναι ελεύθερος από τις λύπες.
Ίσως και να μην ήταν έτσι ακριβώς τα πράγματα, ίσως πάλι να ήταν έτσι και να μην το ήξερε ούτε ο ίδιος. Να ένιωθε μόνο εναλλαγές συναισθημάτων που δε μπορούσε να ονομάσει, όπως αντιλαμβάνεται κάποιος τους ιριδισμούς στο φάσμα του φωτός: φευγαλέα, άπιαστα. Καταλήγοντας, όλο και πιο συχνά, στο σκοτάδι.
Τώρα, μπροστά στο άψυχο σώμα του αδερφού της, η Ελένη συνειδητοποιούσε πως είχε ανακουφιστεί που είχε σβήσει μόνος του. Που ο οργανισμός του κατέρρευσε σιγά-σιγά, που η καρδιά του κατέληξε απλά να πάλλεται απαλά και σταμάτησε. Σχεδόν ευγενικά. Πού θα βρίσκονταν τα χρήματα να τον φροντίσουν, αν έμενε "φυτό"; Και το ακόμη χειρότερο, σε περίπτωση που δεν υπήρχε ελπίδα να συνέλθει, ποιός θα μπορούσε να πάρει την απόφαση να αποσυνδέσει τα μηχανήματα; Πώς μπορείς να επιλέξεις να τερματιστεί η ζωή κάποιου, επειδή έχει τελειώσει ο δικός σου χρόνος να τον περιμένεις;
Είχε και τις ερωτήσεις της μάνας της να αντιμετωπίσει, τις προηγούμενες μέρες. "Άνοιξε τα μάτια ο Μανώλης; Μίλησε; Έφαγε;" Είχε και για αυτήν να φοβάται. Αλλά για πόσον καιρό να υπεκφεύγεις, να μιλάς με μισόλογα; Μπορεί να ήταν πια ενενήντα χρονών, αλλά η μάνα τους τα είχε τετρακόσια. "Θα πεθάνει", μονολογούσε μετά από κάθε συνομιλία τους. "Μα δεν τον είδα εγώ, ξαπλωμένο στο τσιμένο; Θα πεθάνει." Είχε βραχνιάσει πια από τις φωνές η γερόντισσα. Όσον καιρό ο αδερφός της ήταν στην Εντατική, ήταν θυμωμένη και φώναζε - της μετέφερε την κατάσταση η Κατερίνα. "Του το έλεγα, κόψε το ποτό, Μανώλη, φτάνει. Δε με άκουγε. Μα γιατί να μη με ακούει; Γιατί;", έλεγε με κάθε ευκαιρία. 
Σε λίγες ώρες, θα της έλεγαν ότι εκείνη θα γυρνούσε στο πατρικό της. Σαν να το έβλεπε με τα μάτια της η Ελένη. "Μόνη της έρχεται η Ελενίτσα;", θα ρωτούσε. Και όταν θα έπαιρνε την καταφατική απάντηση, θα έστρεφε το κεφάλι στο χώμα και θα έκλεινε για λίγο τα μάτια, σαν να κοιμόταν. Αμέσως μετά, θα έδινε το παράγγελμα. "Βγάλε μου τα μαύρα τα ρούχα, τα καλά" -  θα είχε καταλάβει. Θα τα έλεγε αυτά χωρίς συγκίνηση, σάμπως με τον χαμό του παιδιού της να έπαυε και εκείνη να είναι μάνα. Απονιά ήταν αυτό ή σοφία, αναρωτιόταν η Ελένη.
Ξαναγύρισε στο παρόν. Αυτό ήταν, λοιπόν. Πολύ σύντομα, ο αδερφός της θα ήταν κάτω από το χώμα. Κάτω από το χώμα. Θα ήταν "συγχωρεμένος". Πεθαμένος. Δοκίμαζε τις λέξεις στο μυαλό της. Έπιασε να το εκφράζει περιφραστικά, μήπως έτσι γινόταν πιο πραγματικό. Θα είχε υπάρξει πριν. Θα είχε μπει στο παρελθόν. Οριστικά και αμετάκλητα.
Για τώρα, όμως, για λίγο, θα ήταν εδώ, να τον βλέπει. Θα ήταν νεκρός, αλλά ακόμα εδώ. Όχι νεκρός του μνήματος, αλλά νεκρός του κοντινού κρεβατιού. Θα είχε ακόμη λίγο χρόνο να ασχοληθεί μαζί του. Θα είχε για λίγο ακόμη την ευθύνη του. Θα τον φρόντιζε για λίγο ακόμη. Και αυτή η φροντίδα θα απομάκρυνε το τελευταίο "αντίο". Για λίγο.
Μα και μέχρι τώρα, σκεφτόταν, πέθαινε συνέχεια. Είχε φύγει και δεν είχε φύγει. Η καρδιά του χτυπούσε, το σώμα του δεν ήταν παγωμένο. Κάποιο μικρό κομμάτι του ζωντανού οργανισμού που λεγόταν "Μανώλης" παρέμενε. Και είχε χρόνο να το πιστέψει, να το εμπεδώσει, να προσαρμοστεί, να πενθήσει. Χωρίς ακόμα να τα έχει χάσει όλα. Σαν να μπορούσε να το διαλέξει: να συγκρίνει τη "ζωή" που έδιναν τα μηχανήματα με τον θάνατο και να πει "εντάξει, ο θάνατος είναι καλύτερος τώρα". Σαν να απάλυνε τον πόνο, το ότι θα έβρισκε τον θάνατο να έχει πια περισσότερη λογική.
Υπήρχε, ωστόσο, κάτι με το οποίο δεν είχε ακόμη συμφιλιωθεί: το ότι ο αδερφός της δε θα είχε πια μερίδιο στις καθημερινές σκέψεις των ανθρώπων που συνδέονταν μαζί του όσο ζούσε, δε θα είχε μερίδιο στην έγνοια τους. Αυτή, πλέον, θα κατευθυνόταν προς τους ζωντανούς. Λες και ήταν κάποιου είδους πόρος, κάτι σαν ψωμί, που έπρεπε να δίνεται όπου θα έπιανε τόπο. Να μη χαραμίζεται.
Την πείραζε που θα χαραμιζόταν, από εδώ και στο εξής, η έγνοια για τον Μανώλη. Που θα ήταν ανώφελη. Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους, λένε. Σκληρή αποτύπωση της πραγματικότητας της ζωής. Όμως, τουλάχιστον ...
Η καρδιά της γλύκανε, τα μάτια της βούρκωσαν. Όμως, τουλάχιστον, η ανάμνησή του θα ήταν πάντα δεμένη με αγάπη. Θυμήθηκε τα μπαλόνια, που τους αγόραζαν πολύ σπάνια, όταν ήταν παιδιά. Ήταν μεγάλο πράγμα, το να σου αγόραζαν ένα μπαλόνι. Και για να μην το χάσεις, για να μη σου φύγει, σου το δένανε στο δάχτυλο, στο δείκτη. 'Ετσι δεμένη θα ήταν και η αγάπη με τη θύμησή του. Γερά, με ασφάλεια. Σαν μπαλόνι που δε θα έφευγε από κοντά του, δε θα το έχανε. "Πάντα με αγάπη θα σε θυμάμαι, Μανώλη μου", του είπε από μέσα της.
Έκλεισε τα μάτια της. Ένα αγοράκι αδύνατο, σαν κλαράκι, κοντοκουρεμένο, με ένα κεφάλι όλο αυτιά, ήρθε στο μυαλό της. Δυο χρόνια πριν φύγει για σπουδές ήταν, θυμήθηκε. Το τύφλωνε ο ήλιος και κοίταζε στραβομουτσουνιασμένο προς τη μεριά της. Όταν την αναγνώρισε, έτρεξε κοντά της. "Ελενίτσα!", ξεφώνισε, όλος χαρά και έπεσε στην αγκαλιά της. Εκείνη έκλεισε προστατευτικά το μικρούτσικο σώμα στα χέρια της, χάιδεψε το αγοράκι στην πλάτη. "Πάμε να φάμε, Μανώλη, άντε - ήρθαν ο μπαμπάς και η μαμά. Οι άλλοι μαζευτήκαν, εσένα περιμένουμε." Η μέρα ήταν ηλιόλουστη, ένα μπαλόνι γαλανό ανέμιζε πάνω από τα κεφάλια τους, στον ενδιάμεσο χώρο της αγκαλιάς.
Άνοιξε τα μάτια της, είδε το πρόσωπο με τα σημάδια από τα σωληνάκια των μηχανημάτων. Κατόπιν το βλέμμα της αναζήτησε κάτι ψηλά, στο ταβάνι. Ένα μπαλόνι γαλανό ήταν ακίνητο εκεί, πάνω ακριβώς από το κεφάλι του αδερφού της, με το σπάγγο να κρέμεται κατακόρυφα. Δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάγουλά της, αλλά χαμογέλασε. Αυτό θα έμενε πάντα ίδιο, δε θα άλλαζε ποτέ, παρηγορήθηκε. Ό,τι και να συνέβαινε, θα ένωνε τους ανθρώπους. Αυτή ήταν η παντοτινή σταθερά της θνητότητας, το σημείο αναφοράς της ζωής.
Ακούμπησε τα χέρια της πάνω στο στήθος της. "Πάντα με αγάπη", του υποσχέθηκε. "Πάμε τώρα σπίτι, εσένα περιμένουμε και πάλι, Μανώλη."
Και άρχισε να κλαίει.



Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2016

"Στον κήπο με τα θηρία", Έρικ Λάρσον




Για blog που δεν έχει ως κύριο θέμα του τα βιβλία, αυτό το καλοκαίρι έχω κάνει πολλές παρουσιάσεις βιβλίων που διάβασα. Έλεγα, λοιπόν, να σταματήσω - έπεσε, όμως, στα χέρια μου αυτό το τελευταίο, που αποδείχτηκε page-turner και ένιωσα πως θα ήταν μεγάλη αδικία να μην του αφιερώσω μια ανάρτηση.
Ο Έρικ Λάρσον, βραβευμένος δημοσιογράφος και ιστορικός, έχοντας μελετήσει προσεκτικά μια εκτενή βιβλιογραφία (στην οποία συμπεριλαμβάνονται αρχεία του αμερικανικού Κογκρέσου, τα ημερολόγια του ήρωα της ιστορίας και τα απομνημονεύματα της κόρης του), γράφει ένα ιστορικό αφήγημα, με θέμα τη ζωή του πρέσβη των Η.Π.Α. στο Βερολίνο, Γουίλιαμ Ντοντ, και της οικογένειάς του, κατά τη χρονική περίοδο 1933-1937: στο κρίσιμο διάστημα, δηλαδή, από την άνοδο στην εξουσία του Ναζιστικού Κόμματος, μέχρι λίγο πριν την παραφροσύνη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Και εμπλουτίζοντας τη διήγηση με ένα πλήθος λεπτομέρειες της καθημερινότητας των κεντρικών προσώπων, της πόλης του Βερολίνου και της ίδιας της Γερμανίας, προσφέρει ένα ανάγνωσμα συναρπαστικό, που διαβάζεται με όλο και μεγαλύτερη αγωνία όσο προχωρά, μολονότι η ιστορική περίοδος που περιγράφει είναι, λίγο-πολύ, γνωστή.
Η υπόθεση του βιβλίου (που δεν αποτελεί, όπως μας διευκρινίζει από την αρχή ο συγγραφέας, προϊόν μυθοπλασίας), ξεκινά το καλοκαίρι του 1933, όταν ο καθηγητής Ιστορίας του πανεπιστημίου του Σικάγο, Γουίλιαμ Ντοντ, αποδέχεται την πρόταση του προέδρου Ρούζβελτ για τη θέση του πρεσβευτή των Ηνωμένων Πολιτειών στο Βερολίνο - την οποία όλοι οι προηγούμενοι, προτιμώμενοι υποψήφιοι έχουν αρνηθεί. Χωρίς προηγούμενη εμπειρία διπλωμάτη, χωρίς μεγάλη περιουσία και αριστοκρατική καταγωγή, με στέρεες όμως δημοκρατικές αντιλήψεις, είναι ένας ασυνήθιστος πρέσβης που αναλαμβάνει, αφενός - και πρωτίστως - να αποφύγει μια στάση πληρωμών εκ μέρους της Γερμανίας στους αμερικανούς πιστωτές της (πράγμα εξαιρετικά σημαντικό για την αμερικανική οικονομία τα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης), αφετέρου να διαχειριστεί το λεγόμενο "εβραϊκό ζήτημα", που είχε αναστατώσει τους Εβραίους των Η.Π.Α. - με τρόπο ανεπίσημο και με άσκηση προσωπικής επιρροής, ώστε να μετριαστούν οι γερμανικές διωκτικές τάσεις εναντίον τους, όπως ήταν η οδηγία που έλαβε.
Ο Ντοντ, που δεν πιστεύει ότι η κυβέρνηση του Χίτλερ - που την εποχή του διορισμού του μετράει 6 μήνες ζωής - θα αντέξει στον χρόνο (κοινή αντίληψη εκείνη την περίοδο στη χώρα του και αλλού), νομίζει ότι με την ανάληψη του πόστου του πρέσβη θα έχει χρόνο να αφοσιωθεί και να ολοκληρώσει ένα μεγαλόπνοό του έργο, τη συγγραφή της ιστορίας του αμερικανικού "παλιού Νότου". Παράλληλα, επιδιώκει να περάσει τα χρόνια της θητείας του στο Βερολίνο μαζί με την οικογένειά του, τη γυναίκα του και τα δυο τους ενήλικα παιδιά (τη Μάρθα, 24 ετών και τον Μπιλ, 28 ετών), προτού εκείνα ξεκινήσουν τις δικές τους ζωές και φύγουν από το σπίτι. Η οικογένειά του συμφωνεί μαζί του και έτσι, στις 5 Ιουλίου του 1933, επιβιβάζονται στο πλοίο Washington με προορισμό το Αμβούργο.
Οι πρώτες εντυπώσεις της οικογένειας από τη Γερμανία γενικά και το Βερολίνο συγκεκριμένα είναι ειδυλλιακές. Μετά το πρώτο δείπνο τους στο λαμπρό ξενοδοχείο όπου διαμένουν τις πρώτες ημέρες, κάνουν μια νυχτερινή βόλτα στην πόλη. Όλα είναι "γαλήνια, ρομαντικά, παράξενα, νοσταλγικά". Φτάνουν στο Tiergarten, το περίφημο πάρκο του Βερολίνου - εκεί κοντά θα νοικιάσουν τελικά ένα ανάκτορο, μερικές ημέρες αργότερα. Το πάρκο, του οποίου το όνομα σημαίνει "κήπος των ζώων" ή "κήπος των θηρίων", εκτείνεται σε 2.500 στρέμματα με δέντρα, αγάλματα και μονοπάτια για περπάτημα ή ιππασία - και είναι μαγευτικό, όπως πάντα τα βράδια.
"Στο Τιεργκάρτεν" έγραψε ένας βρετανός διπλωμάτης "μικρά φανάρια λάμπουν ανάμεσα στα δενδρύλλια, και το γρασίδι φωτίζουν οι πυγολαμπίδες σαν το φως από χιλιάδες τσιγάρα".
Η οικογένεια νιώθει να αγαπάει αμέσως τη χώρα, της οποίας η ατμόσφαιρα βρίσκουν πως δεν ανταποκρίνεται καθόλου στις ιστορίες που μάθαιναν στην πατρίδα για τα όσα συνέβαιναν εκεί.
"Ένιωθα πως οι εφημερίδες είχαν αμαυρώσει άδικα τη χώρα και ήθελα να πω σε όλους για τη ζεστασιά και τη φιλικότητα των ανθρώπων, την όμορφη καλοκαιρινή νύχτα με το άρωμα των δέντρων και των λουλουδιών, τη γαλήνια ησυχία των δρόμων.", θα γράψει η Μάρθα στα απομνημονεύματά της. Αχ...
Από εκείνη την πρώτη βραδιά μέχρι το τέλος της θητείας του Ντοντ τα πράγματα θα αλλάξουν δραματικά. Τα σημάδια είναι ορατά από την αρχή, αλλά οι κυβερνήσεις των μεγάλων δυνάμεων φαίνεται να αδιαφορούν για τις αναφορές των διπλωματών τους από τη Γερμανία. Οι οποίες είναι τόσο ακριβείς στις προβλέψεις τους και τόσο ξεκάθαρες για το ποιόν των ανθρώπων που κυβερνούν, που εκπλήσσουν:
"Αν αυτή η κυβέρνηση διατηρήσει την εξουσία για έναν ακόμα χρόνο και συνεχίσει να κινείται προς την ίδια κατεύθυνση με την ίδια ένταση, πρόκειται να καταστήσει τη Γερμανία κίνδυνο για την παγκόσμια ειρήνη τα προσεχή χρόνια. (...) Με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι ιθύνοντες αυτής της κυβέρνησης έχουν μια νοοτροπία την οποία εσείς κι εγώ αδυνατούμε να συλλάβουμε. Μερικοί από αυτούς είναι ψυχοπαθείς, οι οποίοι υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να βρίσκονται κλεσμένοι κάπου για θεραπεία και επιτήρηση" (αναφέρεται σε επιστολή του αμερικανού γενικού προξένου στη Γερμανία από το 1930 Τζορτζ Σ. Μέσερσμιθ, προς το Υπουργείο Εξωτερικών των Η.Π.Α., στις 26 Ιουνίου 1933!).
Το πρώτο εξάμηνο της διακυβέρνησης του Χίτλερ, οργανώνεται ένα δίκτυο κατασκοπείας, το οποίο οι Γερμανοί φαίνεται αρχικά να το παίρνουν αψήφιστα και να το εκμεταλλεύονται για τους δικούς τους, ιδιοτελείς σκοπούς, καταδίδοντας τον οποιονδήποτε ακόμα και για ψιλοπράγματα που ουδεμία σχέση έχουν με την πολιτική. Το ίδιο χρονικό διάστημα, οι επιθέσεις εναντίον Εβραίων είναι απροκάλυπτες. Στη συνέχεια, με όλο και μεγαλύτερη ένταση, η τρομοκρατία απλώνεται στην πόλη και τη χώρα, οι πολίτες βρίσκονται σε κατάσταση συνεχούς και τρομερού εκφοβισμού (τόσο, που πολλοί ακυρώνουν προγραμματισμένες εγχειρήσεις, μήπως την ώρα της νάρκωσης τους ξεφύγει καμια κουβέντα και βρεθούν κατηγορούμενοι για προδοσία - καταλήγοντας σκοτωμένοι), ενώ οι διώξεις των Εβραίων γίνονται χειρότερες και ύπουλες, προκειμένου να αποφεύγεται η αρνητική δημόσια κριτική από το εξωτερικό. Νόμοι ο ένας μετά τον άλλον, που τους απαγορεύουν να ασκούν την ιατρική και τη δικηγορία, να εργάζονται στον Τύπο, σε δημόσιες θέσεις... που απαγορεύουν σε άριους να σχετίζονται με μη άριους. (Στις σημειώσεις του βιβλίου υπάρχει και ένα πολύ διασκεδαστικό ανέκδοτο, σχετικά με το θέμα της άριας καταγωγής και εμφάνισης: κανείς από τους ναζιστές ηγέτες δεν ταίριαζε με το μοντέλο του ψηλού ξανθού γαλανομάτη, αλλά ειδικά ο Γκέμπελς έμοιαζε τόσο προβληματικά με τις καρικατούρες των Εβραίων που δημοσίευαν οι αντισημιτικές ναζιστικές εφημερίδες, ώστε κυκλοφορούσε διακριτικά στο Βερολίνο το εξής στιχάκι: "Θεέ μου, τύφλωσέ με / μαζί τον Γκέμπελς Άριο να λέμε.") 
Παράλληλα, η Γερμανία αρχίζει να εξοπλίζεται - υποτίθεται κρυφά-, κατά παράβαση της Συνθήκης των Βερσαλλιών. Ο επανεξοπλισμός της είναι εμφανέστατος, βέβαια, ακόμα και σε όσους κάνουν μια μικρή βόλτα έξω από το Βερολίνο  και καταγράφεται από τους διπλωμάτες στις αναφορές προς τις χώρες τους (οι οποίες, για μια ακόμη φορά, κωφεύουν, προτιμώντας να μην παρεμβαίνουν σε ξένες υποθέσεις, να χειρίζονται χλιαρά τα ακανθώδη ζητήματα που αφορούν τη χιτλερική Γερμανία και να ελπίζουν πως τα προβλήματα θα λυθούν με ειρηνικές διαπραγματεύσεις, οπότε καλό είναι να μη δημιουργούνται δυσαρέσκειες από πριν). Οι Βερολινέζοι έχουν και για αυτό το "κρυφό" ζήτημα το ανέκδοτό τους:
"Ένας άνδρας πάει σε έναν φίλο του και του παραπονιέται ότι δεν έχει χρήματα να αγοράσει καροτσάκι για το νέο του μωρό. Ο φίλος τυχαίνει να δουλεύει σε ένα εργοστάσιο που τα κατασκευάζει και προσφέρεται να του φέρει κρυφά αρκετά κομμάτια, ώστε να μπορέσει ο πατέρας να συναρμολογήσει ένα μόνος του. Όταν οι δυο άντρες ξαναβρίσκονται, ο πατέρας εξακολουθεί να κουβαλάει το μωρό στην αγκαλιά του.
Ο φίλος του από το εργοστάσιο απορεί και τον ρωτάει γιατί δε χρησιμοποιεί το νέο καροτσάκι.
"Να, βλέπεις" του απαντάει ο πατέρας "ξέρω ότι είμαι κουτός και δε σκαμπάζω πολλά από μηχανολογία, αλλά έχω συναρμολογήσει το ρημάδι τρεις φορές και όλο μού βγαίνει πολυβόλο!" 
Εκτός από την πολιτική κατάσταση, στο βιβλίο περιγράφεται διεξοδικά και η προσωπική ζωή της κόρης του Ντοντ, Μάρθας, η οποία περιστοιχίζεται από πολλούς μνηστήρες, αξιωματούχους του καθεστώτος και μη, δημιουργώντας πολλές σχέσεις, ενίοτε παράλληλες, μαζί τους - και της οποίας η γνώμη για το καθεστώς και τη χώρα σταδιακά αλλάζει προς το εντελώς αντίθετο: ενώ αρχικά θαυμάζει τόσο τη νέα Γερμανία και τα "όμορφα, παράξενα πλάσματά της" (τους νέους της ναζιστικής επανάστασης) σε σημείο που ο πατέρας της να την αποκαλεί χαϊδευτικά "μικρό ναζί", στο τέλος ούτε εκείνη έχει καμία ψευδαίσθηση για τον αληθινό, κτηνώδη χαρακτήρα της.
Ένα χρόνο περίπου μετά την εγκατάσταση του Ντοντ στο Βερολίνο, είναι η ώρα της "Νύχτας των Μεγάλων Μαχαιριών", οπότε όσοι είναι ύποπτοι πως αποτελούν κίνδυνο για τον Χίτλερ και την κυβέρνησή του εξολοθρεύονται σε ένα 24ωρο: κυρίως τα απείθαρχα Τάγματα Εφόδου και οι αρχηγοί τους, πράγμα που προκαλεί την ευχαρίστηση του γερμανικού τακτικού στρατού, ο οποίος, μετά από αυτό, συντάσσεται με τον Χίτλερ. Ουδεμία αντίδραση διπλωματική και πάλι, αφού στην αρχή όλοι ξεγελιούνται, με τη δικαιολογία πως το καθεστώς ενήργησε για να αποτρέψει μια προδοσία που θα στοίχιζε πολλαπλάσιες ζωές από όσες κόστισε. Ο γηραιός πρόεδρος Χίντενμπουργκ, μάλιστα, ο ανώτατος πολιτειακός άρχοντας, ο μόνος που δεν βρίσκεται υπό την εξουσία του Καγκελάριου αλλά αντίθετα μπορεί να τον παύσει και να επιβάλλει στρατιωτικό νόμο, τού δίνει τα συγχαρητήριά του. Και όταν, λίγο καιρό αργότερα, πεθαίνει, ο Χίτλερ κινείται ταχύτατα και αναλαμβάνει και τις δικές του αρμοδιότητες, με τον νέο του τίτλο ως "Φίρερ και Καγκελάριος του Ράιχ". Κανείς δε διαμαρτύρεται και ελάχιστοι καταλαβαίνουν αυτό το ολοκληρωτικό πραξικόπημα, μετά το οποίο ο Χίτλερ είναι κάτι σαν θεός και ως τέτοιος αντιμετωπίζεται από τους Γερμανούς.
Από τη στιγμή εκείνη και μετά, η εξέλιξη φαίνεται προδιαγεγραμμένη. Ο πρεσβευτής Ντοντ είναι απογοητευμένος που κανείς δημοκρατικός λαός δεν παρεμβαίνει για να επιβάλλει οικονομικές ή / και ηθικές κυρώσεις, να ανακόψει την πορεία προς την καταστροφή. Η απέχθειά του προς τους εθνικοσοσιαλιστές είναι τέτοια, που δεν παρευρίσκεται στις ετήσιες συγκεντρώσεις του κόμματος στη Νυρεμβέργη και γενικά ενεργεί με τρόπο ώστε να γίνει σιγά-σιγά persona non grata από τους κυβερνώντες. Ταυτόχρονα οι αντίπαλοί του στο Υπουργείο Εξωτερικών των Η.Π.Α., με τους οποίους έχει εντελώς διαφορετική νοοτροπία, καταφέρνουν εν τέλει να επηρεάσουν τον Ρούζβελτ, ώστε να τον ανακαλέσει, στο τέλος του 1937, πίσω στην πατρίδα του. Αλλά και εκεί, ο Ντοντ συνεχίζει να δραστηριοποιείται για να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου στους συμπολίτες του και να ανακόψει την αυξανόμενη ροπή των Αμερικανών προς τον απομονωτισμό. Όλες οι προβλέψεις του σχετικά με τις μελλοντικές κινήσεις της ναζιστικής Γερμανίας επαληθεύτηκαν και ο ίδιος κέρδισε τον τίτλο της Κασσάνδρας των αμερικανών διπλωματών. Λιγότερο από έναν χρόνο μετά την επιστροφή του στις Η.Π.Α. έλαβε χώρα η διαβόητη Kristallnacht, η Νύχτα των Κρυστάλλων, που ανάγκασε, με τέτοια καθυστέρηση, τον πρόεδρο Ρούζβελτ να κάνει την πρώτη του δημόσια καταδίκη της Γερμανίας.
Σφίγγεται η καρδιά σου διαβάζοντας το βιβλίο. Ανακαλύπτεις ότι σε παρασύρει να κάνεις ξανά το ταξίδι πίσω στις αρχές της ιστορίας που λέγεται "ναζισμός", να ξαναδείς την πορεία του σαν να μην την ξέρεις, να νιώσεις την ένταση και την αβεβαιότητα για το μέλλον, να θέλεις να ελπίσεις στο καλύτερο και να σε διαψεύδουν, γεμίζοντάς σε απογοήτευση και φρίκη, οι συνεχείς εξελίξεις. Να πιέζεσαι, να ασφυκτιάς, να αγανακτείς. Να προβληματίζεσαι. Να κάνεις συσχετισμούς με το παρόν, να βρίσκεις ανησυχητικές ομοιότητες: στη στάση των πολιτών, στη διεθνή "συνεργασία" και "αλληλεγγύη", γενικά στις αξίες που παρακμάζουν. Να λυπάσαι, να λυπάσαι, να λυπάσαι...

Κάθε μέρος του βιβλίου ξεκινά με μια φωτογραφία. Στο 4ο μέρος, η φωτογραφία δείχνει μια γωνιά του χιονισμένου Tiergarten, τον Ιανουάριο του 1934, και μια γυναίκα να κάθεται σε ένα παγκάκι μπροστά από τεράστιους κορμούς δέντρων που απλώνουν τα κλαδιά τους ολόγυρά της, σαν σκηνικό παραμυθιού. Στον επίλογο, η φωτογραφία απεικονίζει το πάρκο μετά την επίθεση των Ρώσων: το μέρος είναι ισοπεδωμένο και σε πρώτο πλάνο ένας καμμένος κορμός στέκεται ακόμη, ο μοναδικός σε μια απέραντη έρημη έκταση. Η αλλοτινή μαγεία έχει μεταμορφωθεί σε εφιάλτη. Και μου έρχονται στο μυαλό τα λόγια του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ "Η ζωή μας αρχίζει να τελειώνει όταν σιωπάμε για πράγματα που έχουν σημασία".
........................................................................................

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

"Τότε που ήταν καλό κορίτσι", Philip Roth


Στο οπισθόφυλλο έγραφε:
"Παιδί ακόμα, η Λούσι Νέλσον έστειλε τον αποτυχημένο, αλκοολικό πατέρα της στη φυλακή. Από τότε, προσπαθεί διαρκώς να αναμορφώσει τους ανθρώπους γύρω της. Πιστεύει ότι ρόλος της είναι να αγωνιστεί για το καλό. Η επιδίωξη όμως του καλού την οδηγεί στο να συντρίβει τους πάντες, και η αναζήτηση της τελειότητας καταλήγει στην ίδια της την καταστροφή." 
Δεν έχω ιδιαίτερη αδυναμία στον Roth, αλλά μόλις διάβασα το θέμα του στο συγκεκριμένο βιβλίο (το οποίο, όπως έμαθα αργότερα, κυκλοφόρησε το 1967 στις Η.Π.Α.), το αγόρασα αμέσως. Και η διαίσθησή μου ήταν σωστή. Το "Τότε που ήταν καλό κορίτσι" δε θεωρείται το magnum opus του συγγραφέα, όμως στο βιβλίο αυτό ο Roth θεωρώ πως "κεντάει". Με γλώσσα απλή και άμεση, με εκτενείς διαλόγους και παραστατικότατες περιγραφές, σκιαγραφεί σιγά-σιγά, με φόντο τις Ηνωμένες Πολιτείες του τέλους της δεκαετίας του 1940 και των αρχών του 1950, τον χαρακτήρα της ηρωίδας εξαιρετικά - χρησιμοποιώντας, για να τον φωτίσει, το εύρημα του εκ διαμέτρου αντίθετού της, του συζύγου της Ρόι, του οποίου η προσωπικότητα αναδεικνύει και οξύνει, στην αλληλεπίδραση με την ηρωίδα, την δυσλειτουργική της νοοτροπία και τον εύθραυστο ψυχισμό της - και του οποίου η σχέση μαζί της δημιουργεί μια ιστορία άξια να ειπωθεί, με την τραγική της κατάληξη.
Η Λούσι Νέλσον είναι μια κοπέλα με τραυματικά παιδικά χρόνια, που έχουν διαστρέψει την αρχικά χαρούμενη φύση της, της έχουν δημιουργήσει βαθιά περιφρόνηση για το οικογενειακό της περιβάλλον ("Τους αγνοώ. Δεν έχω καμία σχέση μαζί τους. Είναι κατώτεροι" λέει ξεκάθαρα κάποια στιγμή) και την έχουν οδηγήσει να σχηματίσει αυστηρότατες και σχεδόν απάνθρωπες ηθικές αρχές. Με έναν πατέρα που δεν έχει καταφέρει να επιτύχει επαγγελματικά, να είναι οικονομικά ανεξάρτητος και να παρέχει στην οικογένειά του αυτά που χρειάζεται, χωρίς δύναμη χαρακτήρα που τον σπρώχνει στο να καταφεύγει στο ποτό όποτε τα πράγματα πηγαίνουν στραβά - προκαλώντας, έπειτα, προβλήματα στους δικούς του -, με μια μητέρα και έναν παππού που του δίνουν ευκαιρίες, δείχνουν κατανόηση και είναι ανεκτικοί (γνωρίσματα που, κατά την ηρωίδα, μεταφράζονται και αυτά σε αδυναμία: αδυναμία επίλυσης του προβλήματος που λέγεται "πατέρας της" και αδυναμία να προστατεύσουν την ίδια, όπως είναι το καθήκον τους απέναντί της ως οικογένειά της) και με μια γιαγιά με την οποία οι σχέσεις είναι εχθρικές, η μικρή Λούσι νιώθει να αναγκάζεται να αναπτύξει την ηθική δύναμη που πιστεύει ότι λείπει από τους υπόλοιπους και να παίξει έναν ρόλο κηδεμόνα της, μια και δεν εμπιστεύεται πλέον σε κανένα τη φροντίδα του εαυτού της, τους έχει κρίνει όλους - μετά από αλλεπάλληλες απογοητεύσεις, ντροπές και στενοχώριες - ανεπαρκείς. Ξεκινά κάνοντας ένα τηλεφώνημα στην αστυνομία, μια νύχτα που ο πατέρας της επιστρέφει στο σπίτι μεθυσμένος και επιθετικός. Επειδή ζει στο εδώ και τώρα και δε δέχεται, πραγματικά, ότι η επίγεια ζωή μας είναι το προοίμιο της αληθινής μας ζωής στον ουρανό, με βάση τις καθολικές διδαχές στις οποίες εκτίθεται. Επειδή δε δέχεται το μαρτύριο και την υπομονή στο παρόν της. 
Η Λούσι αναπτύσσει έναν αμυντικό, προστατευτικό εγωισμό (έναν παιδικό, τρυφερό εγωισμό αρχικά, που στην πορεία σκληραίνει όπως οι χόνδροι του νεογέννητου γίνονται οστά - και μετατρέπεται σε αδιαπέραστη πανοπλία), που της χρειάζεται για να πιστέψει στο νέο της αποκούμπι, τις ηθικές αξίες που η ίδια σχηματίζει και που παίρνουν θέση απέναντι από τον πατέρα της στην ψυχική της γεωγραφία. Οι έννοιες του σωστού και του λάθους, του καλού και του κακού, του καθήκοντος, της αλήθειας, γίνονται κεντρικές στο αξιακό της σύστημα. Όσο πιο πολύ πέφτουν στα μάτια της οι άνθρωποι, τόσο πιο ψηλά ανεβαίνουν οι αξίες της, που αναλαμβάνουν να την παρηγορούν και να της προσφέρουν τη σταθερότητα και την ασφάλεια, μέσα στη σκληρή ανελαστικότητά τους, που κανείς άνθρωπος δεν της πρόσφερε. Και όσο περισσότερο επενδύει στις αξίες της, τόσο αποεπενδύει συναισθηματικά τους ανθρώπους. 
Γενικά, ως προς το συναίσθημα πάσχει: όλα της τα αρνητικά συναισθήματα γίνονται τελικά θυμός. Κι όταν δε μπορούν να γίνουν θυμός, είναι μουδιασμένη, ανίκανη να εκδηλώσει τρυφερότητα, χαρά, κατανόηση, επιείκεια. ("Δεν έχεις αισθήματα σαν των άλλων ανθρώπων", της λέει ο Ρόι σε έναν από τους πολλούς καυγάδες τους.) Θλίψη δεν καταδέχεται να δείξει. Ο κόσμος είναι κακός, άρα εχθρός της μέχρι αποδείξεως του εναντίου και η Λούσι αποδύεται σε έναν πόλεμο μαζί του, έναν πόλεμο που δεν την αφήνει να δείξει αδυναμίες, να ηρεμήσει και να βρει τον εαυτό της, καθώς πρέπει πάντα να είναι σε εγρήγορση, να εντοπίζει τις κακοτοπιές και να οδηγεί, σαν σωτήρας, τους ανθρώπους που δε βλέπουν πώς οφείλουν να ενεργήσουν, στο σωστό δρόμο. Τους ανθρώπους που καταλήγει να αντιμετωπίζει σαν αντικείμενα, όπως φαίνεται όταν στο τέλος του βιβλίου ζητάει να της επιστραφούν ο άντρας και ο γιός της!
Όταν γνωρίζει έναν νεαρό τρία χρόνια μεγαλύτερό της, βετεράνο του αμερικανικού στρατού, ανώριμο και αφελή, παίρνει όλες τις λάθος αποφάσεις. Μένει έγκυος και τον παντρεύεται, μολονότι ούτε το παιδί θέλει, ούτε τον ίδιο. Σταματάει έτσι το πανεπιστήμιο, που μόλις έχει ξεκινήσει και βάζει νέο στόχο της να δημιουργήσει μια "σωστή" οικογένεια, να κάνει τον Ρόι "σωστό" άντρα, που θα είναι υπεύθυνος απέναντι στην ίδια και το παιδί τους. Μολονότι επιθυμεί ολόψυχα να μην της υπαγορεύει κανείς τι θα κάνει, να μην υποχρεώνεται σε τίποτα, να είναι ανεξάρτητη, οι επιλογές της δεν είναι δικές της: πηγάζουν από την επιθυμία να μη μοιάσει στους γονείς της. Κάνει το αντίθετο από ό,τι έκαναν εκείνοι, γιατί εκείνοι είναι κακοί ενώ η ίδια είναι καλή - με αυτό το κριτήριο επιλέγει, όχι την ευτυχία της. Το καταλαβαίνει, αλλά δε μπορεί να κάνει αλλιώς. Η ελευθερία της έχει χαθεί, την έχει θυσιάσει στο βωμό των απόλυτων αξιών της. Και δεν έχει το παραμικρό μαξιλαράκι ασφαλείας, κάποιον άνθρωπο με σθένος που θα την εμποδίσει να κάνει λάθος, θα τη σώσει από τον εαυτό της, θα φέρει εκείνη στο σωστό δρόμο - επειδή έχει εξαφανίσει τον αντίλογο σε ό,τι κάνει. Ακόμα και όταν κατά βάθος θα το επιθυμούσε, κανένας δε θα την υπερασπιστεί (κανείς δεν έχει μπει στον κόπο να τη γνωρίσει στ' αλήθεια, για να μπορεί να την υπερασπίζεται), αφού με τόση λύσσα έχει διεκδικήσει να υπερασπίζεται μόνο αυτή τον εαυτό της. Έτσι, όταν κάνει λάθος, θα κάνει λάθος μέχρι το τέρμα. 

"Πόσο θα 'θελε να της έλεγαν ΟΧΙ, ΛΟΥΣΙ, ΔΕΝ ΘΑ ΤΟ ΚΑΝΕΙΣ, ΟΧΙ, ΛΟΥΣΙ, ΣΟΥ ΤΟ ΑΠΑΓΟΡΕΥΟΥΜΕ. Φαίνεται όμως πως κανένας δεν είχε πια την αποφασιστικότητα ή και την αντοχή να πάει κόντρα στις επιλογές της. Για να επιβιώσει, είχε αναγκαστεί από πολύ παλιά να αντιτάσσει τη θέλησή της στη δική τους - αυτή ήταν η μάχη της εφηβείας της, είχε τελειώσει όμως τώρα πια. Και την είχε κερδίσει. Μπορούσε να κάνει ό,τι στην ευχή ήθελε - ακόμα και να παντρευτεί κάποιον που κατά βάθος περιφρονούσε."

 Στην πορεία της συζυγικής τους ζωής, η Λούσι φέρεται στον Ρόι σαν να είναι η τυραννική του μητέρα και εκείνος ένα χαζό παιδί. Βέβαια η κατάσταση, σύμφωνα με την οπτική γωνία της, είναι τελείως αντεστραμμένη: είναι η ίδια που περνάει μαρτυρικά χρόνια γάμου, προσπαθώντας να δημιουργήσει τον σωστό σύζυγο και πατέρα. Η ειρωνεία είναι πως, αν και προσπαθεί με όλες της τις δυνάμεις, εξαντλητικά, να μη μοιάσει στη μητέρα της, να μη γίνει μια γυναίκα χωρίς αξιοπρέπεια που το παιδί της δε θα σέβεται, καταλήγει με τη συμπεριφορά της να γίνει στο αγοράκι της τόσο μισητή, όσο μισητός είναι ο πατέρας της σε κείνη. Όχι παράλογη κατάληξη, αν σκεφτούμε ότι είναι πια μια γυναίκα δυστυχισμένη. Τα έχει κάνει όλα σωστά, νομίζει, αλλά στην πραγματικότητα είναι ένα πλάσμα απολιθωμένο, καθόλου εξοπλισμένο να διεκδικήσει την ευτυχία του. Έτσι, στα 22 της μόλις χρόνια, σκέφτεται, μοιρολατρικά : 

"Άλλη μια μάχη που είχε δώσει, κι άλλη μια μάχη που είχε κερδίσει, κι όμως της φαινόταν πως ποτέ στη ζωή της δεν ένιωθε τόσο άθλια όσο τώρα. Ναι, όλα όσα θέλησε ποτέ της είχαν γίνει πραγματικότητα, αλλά το όραμα που της φανερώθηκε καθώς επέστρεφαν στο σπίτι μέσα από τη θύελλα, ήταν πως δεν επρόκειτο να πεθάνει ποτέ, πως θα ζούσε για πάντα σ' αυτόν τον νέο κόσμο που είχε φτιάξει και δεν θα πέθαινε ποτέ, αλλά ποτέ δε θα της δινόταν η ευκαιρία όχι απλώς να είναι σωστή, αλλά και ευτυχής." 

Διαβάζοντας το βιβλίο, αντιλαμβάνεσαι από νωρίς ότι τα πράγματα θα καταλήξουν σε καταστροφή και σφίγγεται το στομάχι σου. Αριστοτεχνικά ο συγγραφέας κλιμακώνει την ένταση στον τρόπο που παρουσιάζει τις σκέψεις και τη συμπεριφορά της ηρωίδας (φτάνοντας στην εξώπορτα της παθολογίας και ανοίγοντάς τη, τελικά), η οποία καταλήγει να γίνει αντιπαθής από όλους. Η αντίστροφη μέτρηση για τη συντριβή ξεκινά, όταν η Λούσι θα πιστέψει για λίγο ότι έχει επιτύχει τον στόχο της, ότι έχει κάνει τον άντρα της αυτό που ήθελε πάντα. Οι άμυνές της χαλαρώνουν, επιτρέπει στον εαυτό της, ως επιβράβευση του Ρόι, να του χαρίσει και ένα δεύτερο παιδί, αρχίζει να σκέφτεται ότι τώρα πια θα υπάρχει γαλήνη, τώρα μπορεί να γίνει ο εαυτός της, χαμογελά και τραγουδάει, καταπλήσσοντας το γιό της, που δε φανταζόταν ποτέ πως η μαμά του ήταν κάποτε και αυτή παιδί και φερόταν χαρούμενα.

"Ο άντρας της ήταν σωστός άντρας ... και ο Τζούλιαν Σάουερμπι είχε ηττηθεί ... και στο μαιευτήριο θα της φέρνουν λουλούδια ... και θα αφήσει τα μαλλιά της να μακρύνουν μέχρι τη μέση της ... κι αν ως τότε στη ζωή της ήταν φτιαγμένη, θαρρείς, από πέτρα, κι αν ήταν από σίδερο, όλα αυτά είχαν πια περάσει. Τώρα μπορούσε να γίνει - ο εαυτός της! (...) Ο εαυτός της! Αλλά πώς θα είναι άραγε αυτό; Πώς ήταν άραγε εκείνη - η αληθινή Λούσι που ποτέ της δεν είχε την ευκαιρία να γίνει -". (Είναι να μη σου ραγίζει την καρδιά το απόσπασμα, ξέροντας εσύ ότι αν και τώρα κάνει όνειρα ότι θα μπορέσει να συγκεντρωθεί στον εαυτό της και θα πάψει να πολεμάει, θα ηρεμήσει - πολύ σύντομα θα γίνουν όλα στάχτες;)
 Και τότε που πιστεύει ότι μπορεί να ανακοινώσει σε όλους τους συγγενείς το ευτυχές νέο, μια είδηση από την οικογένειά της την πηγαίνει πίσω τρομερά, της διαταράσσει την ισορροπία, τη γεμίζει δυσφορία, τη στιγμή που, επιτέλους, νιώθει ευτυχισμένη. Η συνέπεια είναι μια τρομερή κρίση, που ξεχειλίζει το ποτήρι στο γάμο της και οδηγεί την ίδια στο τέλος της διαδρομής της. Όταν ακούγεται η φράση, από μια πρώην φίλη της και εξαδέλφη του Ρόι, "Είναι τρελή!", είναι σαν να σκάει μια φούσκα στην οποία είχαν κλειστεί όλα και τους διατηρούσε σε μια ισορροπία τρόμου, σαν να αρχίζουν τα πράγματα να λέγονται με το όνομά τους και ως τέτοια πρέπει πλέον να αντιμετωπιστούν. Όπως στο "Μαγικό Βουνό" του Τόμας Μαν, όπου με τις πρώτες κανονιές από μακριά, οι  ψευδαισθήσεις διαλύονται και ο ήρωας επιστρέφει στην πραγματικότητα. Έτσι και στο βιβλίο του Ροθ, δηλώνεται τελικά αυτό που στριφογυρνά στο μυαλό του αναγνώστη για την ηρωίδα, αποκαθίσταται η πραγματικότητα. Δεν είναι η Λούσι που έχει δίκιο στο τέλος - αν και στην αρχή είχε δίκιο. Η Λούσι έχει ξεπεράσει το μέτρο, θεωρώντας πως είναι η μόνη σωστή και "καθαρή", πως οι άλλοι όλοι είναι υποκριτές, βρωμερά κτήνη. Και θα έρθει η τιμωρία της σύντομα. Τη συμπονάς, όμως, γιατί έχει φανεί η προσπάθειά της να υπεραναπληρώσει το καλό που της έλειψε. Ο δρόμος προς την Κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις, μας δηλώνει ξανά ο συγγραφέας.
Στο βιβλίο αυτό ο Roth δεν εξηγεί, υπαινίσσεται. Δεν αναλύει, στέκεται σε μια έκφραση, σε μια κίνηση - και είναι αρκετό. Με μεγάλη μαεστρία χρησιμοποιεί τις σωστές λέξεις στα σωστά σημεία. Έχω υπογραμμίσει τόσες λέξεις, που αντιγράφοντας μόνο αυτές νομίζω πως θα μπορούσε να γίνει πλήρως κατανοητή η κοσμοθεωρία της ηρωίδας, ο άκαμπτος τρόπος που αντιλαμβάνεται τα πράγματα. 
Ναι, η Λούσι είναι αντιπαθητική, όμως ο αναγνώστης που μπορεί να διαβάσει ανάμεσα στις γραμμές θα την καταλάβει και θα λυπηθεί βαθιά για τη μοίρα αυτού του παγωμένου πλάσματος, που πίστευε ότι η αγάπη ήταν αδυναμία, επειδή κανείς δεν της την είχε ποτέ προσφέρει με τρόπο που να μπορέσει εκείνη να τη μεταβολίσει, ώστε να τη θρέψει - γιατί η αγάπη είναι κώδικας που πρέπει να προσαρμόζεται στα κλειδιά αποκρυπτογράφησης του αγαπώμενου. Αν δεν κάνεις τον κόπο να τα καταλάβεις και να κάνεις την κωδικοποίηση σωστά, δεν αγαπάς πραγματικά. Γιατί δε θα μπορέσεις ποτέ να δώσεις στον άλλο αυτό που χρειάζεται, δε θα πάρει ποτέ το μήνυμα. Όπως η Λούσι δεν έμαθε ποτέ το μάθημα που της τραγουδούσε ο Ρόι, με τους στίχους του Nature boy:

"Το μόνο σπουδαίο που θα μάθεις όπου κι αν πας 
Είναι πως πρέπει ν' αγαπιέσαι και να αγαπάς."

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2016

"Ένας πύργος στη Γερμανία" και μια σημείωση για το παρελθόν που δεν ξαναγυρνά...

"Μια μέρα, αρχίσαμε πάλι να παίρνουμε τρένα που φεύγουν. Η ακρίβεια των ωραρίων δεν είναι απτό σημάδι της ανάκαμψης μιας χώρας; Φαίνεται σαν κάτι άνευ ουσίας, όμως, από τότε που οι πόλεις μας ρημάχτηκαν από τον πόλεμο, η επιστροφή στην ακρίβεια διαθέτει ένα κάποιο ηθικό βάρος. Ευλογημένοι οι πίνακες δρομολογίων των σιδηροδρόμων." 

Έτσι αρχίζει το βιβλίο "Ένας πύργος στη Γερμανία - Ζιγκμαρίνγκεν", του Pierre Assouline. Τυλίγοντάς σε από την πρώτη πρόταση στην ατμόσφαιρά του, προδιαθέτοντας ιδιαίτερα θετικά για τη συνέχεια. Περιγράφοντας ένα ταξίδι στο χώρο αλλά και στον χρόνο, στη μνήμη: στη μνήμη που, αν ξεπεράσει τη νοσταλγία, σου επιτρέπει να αφήσεις πίσω σου έναν κόσμο για να εισέλθεις σε έναν άλλο.
Το τρένο ξεκινά. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής του από τη Γερμανία στη Γαλλία ο αφηγητής, Γιούλιους Στάιν, αρχιοικονόμος στον πύργο των Χοεντσόλερν στο Ζιγκμαρίνγκεν, ξεδιπλώνει τις αναμνήσεις του των οχτώ τελευταίων μηνών του πολέμου, από τον Σεπτέμβρη του 1944 ως και τον Απρίλιο του '45. Του χρονικού διαστήματος, δηλαδή, της παραμονής της γαλλικής κυβέρνησης δωσιλόγων του Βισύ στον πύργο, μετά την επίταξή του από το ναζιστικό καθεστώς. (Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το ιστορικό κομμάτι της υπόθεσης, διαβάστε αυτό )
Είναι γοητευτικό το μυθιστόρημα του Assouline. Και νηφάλιο. Ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται να κάνει το ψυχογράφημα των προσωπικοτήτων που φιλοξενεί ο πύργος, ούτε να κουνήσει το δάχτυλο σε κανέναν. Άλλωστε, μέχρι το τέλος του βιβλίου, ουδεμία απόδοση ευθυνών -είτε για τη συνεργασία είτε για την παθητική στάση απέναντι στον εθνικοσοσιαλισμό- θα λάβει χώρα - ο δρόμος για αυτήν είναι μακρύς και προσωπικός, μας λέει διακριτικά. Δε θέλει, όμως και να ξεχαστεί μια μαύρη σελίδα της γαλλικής ιστορίας. "Θυμηθείτε!" - ένιωθα σαν να τον ακούω. (Όλοι, άτομα και κράτη, έχουν τις αποσκευές τους, το παρελθόν τους, σκελετούς στη ντουλάπα τους. Ας μη νιώθουν κάποιοι καλύτεροι, ευγενέστεροι, ανώτεροι από άλλους.) "Και προχωρήστε μπροστά." - συμβουλεύει με ταπεινότητα, ψιθυριστά:  έτσι έρχεται πάντα η ενηλικίωση, η σοβαρότητα, η ωριμότητα. "Η ανθρωπότητα χωρίζεται λοιπόν σ' εκείνους που φεύγουν και σ' εκείνους που μένουν", γράφει.
Αντίθετα με τις κριτικές που διάβασα για το βιβλίο πριν το πάρω στα χέρια μου, δεν το βρήκα ολόκληρο απολαυστικό. Αφενός η ιδέα του να διηγείται ένας οικονόμος τα τεκταινόμενα στον πύργο όπου εργάζεται δεν είναι πρωτότυπη, αφετέρου το πρώτο του μέρος, με τις λεπτομέρειες για το πώς οργανώθηκε η διαμονή των Γάλλων στον πύργο, με κούρασε. Τα τελευταία του 2/3, όμως, ναι, τα ευχαριστήθηκα. Κάτι που η υπόθεση κυλούσε πιο γρήγορα, κάτι που είχα πια εξοικειωθεί με τα πρόσωπα, κάτι που μπήκε για τα καλά στην ιστορία η μουσική, το ενδιαφέρον μου αναζωογονήθηκε. Ειδικά το τελευταίο στοιχείο με συγκίνησε - και, φτάνοντας στο τέλος του βιβλίου, με συγκίνησε ακόμη περισσότερο (αν και σε ορισμένους μπορεί το τέλος να φανεί υπερβολικά ρομαντικό, μελό), επειδή θεώρησα ότι έκλεισε ένας κύκλος που στην αρχή περιελάμβανε μουσική - πολλή και καλή μουσική, μάλιστα -, στη συνέχεια η μουσική κακοποιούνταν και φιμωνόταν και τελικά ξεχυνόταν ελεύθερη και πάλι, για να ενώσει τους ανθρώπους, αποκατεστημένη. Στο σημείο εκείνο θυμήθηκα και το αγαπημένο μου κεφάλαιο από το "Αν αυτό είναι ο άνθρωπος", το Τραγούδι του Οδυσσέα (αν δεν κάνω λάθος τον τίτλο του κεφαλαίου), στο οποίο ο αφηγητής, μέσα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης και παρά την κόλαση που περνά, βλέπει τη φύση στα βουνά που υψώνονται τριγύρω και του έρχονται στο μυαλό οι στίχοι της Αινειάδας, όταν ο Οδυσσέας φτάνει επιτέλους στην Ιθάκη και αντικρίζει τα βουνά της, στο ρόδινο φως μιας αυγής. Και είναι σαν να νιώθεις το συναίσθημα ξανά να ρέει μέσα του ζεστό, να παίρνει ανάσες η ανθρωπιά του και να απομακρύνεται ο κίνδυνος της αποκτήνωσης, να έρχεται η συγκίνηση των υψηλών και πάλι. Μέσα σε εκείνο το απαίσιο μέρος. Πάντα πρέπει να έχεις έναν πύργο μέσα σου να σε στηρίζει, σκέφτομαι. Στο βιβλίο του Assouline ο πύργος είναι το κτήριο που στέκεται αγέρωχο και προστατευτικό, αψηφώντας τα καθεστώτα, από τα οποία είναι υπεράνω, όπως η αριστοκρατία που τον κατοικεί - βοηθώντας όσους βρίσκονται υπό τη σκέπη του να μην ξεπέσουν σε ανθρωπάκια. Στο βιβλίο του Λέβι, ο πύργος είναι η Παιδεία του, που του δίνει τη δυνατότητα να αντιστέκεται στα γυρίσματα των καιρών που απειλούν να τον μετατρέψουν σε υπάνθρωπο. Ναι, χρειάζεται κάποτε κανείς να είναι - με όλο το σεβασμό στη δημοκρατία, φυσικά - αριστοκράτης...
Επιστρέφοντας στο "Ένας πύργος στη Γερμανία", τρεις ακόμη παρατηρήσεις: 1) Με διασκέδασε πολύ το εύρημα του συγγραφέα να μνημονεύσει στην ιστορία του τον Σελίν και μάλιστα να τον περιγράψει να κουβαλάει μαζί του, μέσα σε ένα σάκο, το γατί του, 2) σε κανένα σημείο του βιβλίου δε ζήλεψα τη γραφή του, δεδομένο αρνητικό για μένα και 3) μερικές φορές δεν καταλάβαινα τι εννοούσε, επειδή προέτρεχε και έγραφε για πράγματα που θα εξηγούσε αργότερα.
(Κάτι τελευταίο για την ελληνική έκδοση του βιβλίου του Assouline: μου έκανε πολύ κακή εντύπωση η επιλογή του εκδοτικού οίκου να τυπώσει με μεγαλύτερα γράμματα το όνομα του συγγραφέα από τον τίτλο του πονήματός του. Θα ήταν πολύ κρίμα να επεκταθεί η πρακτική του star system σε τέτοια βιβλία.)
.........................................................
"Νομίζω πως έδιωξε από πάνω μου το Sehnsucht (=νοσταλγία, λαχτάρα), αυτό το αίσθημα που μας σπρώχνει να επιθυμούμε το άπιαστο. Δεν με απελευθέρωσε από τη νοσταλγία μου, αλλά από το μελαγχολικό και σκοτεινό κομμάτι της, από τη νοσηρότητα που γεννά. Χάρη σ' αυτήν, δεν υποφέρω πλέον προσπαθώντας να φτάσω το αδύνατο." ("Ένας πύργος στη Γερμανία - Ζιγκμαρίνγκεν", σ. 291)

"Και καθώς καθόμουν εκεί κι αναπολούσα μελαγχολικά τον παλιό άγνωστο κόσμο, σκέφτηκα την έκσταση του Γκάτσμπυ, όταν για πρώτη φορά θα διέκρινε το πράσινο φως στην άκρη του σπιτιού της Νταίζης. Είχε κάνει πολύ δρόμο μέχρι να φτάσει σ' αυτό το θλιμμένο γρασίδι και το όνειρό του θα του φαινόταν τόσο κοντά του πια, που θα μπορούσε σχεδόν να το αδράξει απλώνοντας το χέρι. Δεν το ήξερε ότι ήταν κιόλας πίσω του, κάπου εκεί πίσω στην ατέλειωτη καταχνιά που έζωνε την πόλη, πέρα εκεί όπου τα σκοτεινά λιβάδια της γαλήνης μεγαλώνουν μέσα στη νύχτα. 
Ο Γκάτσμπυ πίστεψε στο πράσινο φως, στο οργιαστικό μέλλον που χρόνο με το χρόνο απομακρύνεται από κοντά μας. Μας ξεφεύγει από τότε κι απομακρύνεται γοργά, αλλά δεν έχει σημασία - αύριο θα τρέχουμε πιο γρήγορα, θ' απλώνουμε τα χέρια μας πιο μακριά ... Κι ένα ωραίο πρωί ..." ("Ο Μεγάλος Γκάτσμπυ", σσ. 263-64)
.................................................................
Για το τέλος, ένα Lied του Schubert , από εκείνα που αναφέρονται στο βιβλίο του Pierre Assouline: "An den Mond".




Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

Trivia με παιχνιδιάρικη διάθεση

Περνώντας τις προάλλες δίπλα από ένα δέντρο και ακούγοντας την τρίλια του τζιτζικιού που βρισκόταν επάνω του, θυμήθηκα μια συνήθεια που είχα ως παιδί τα καλοκαίρια και μου ήρθε η ιδέα να καθίσω να καταγράψω ασήμαντες πληροφορίες για μένα, όπως αυτή, σαν παιχνίδι. Αυτό, βέβαια, αποδείχθηκε λιγότερο εύκολο από όσο φαίνεται, μάλλον επειδή τα μικροπράγματα της ζωής μας τείνουμε να τα ξεχνάμε, αφού δεν τους δίνουμε ποτέ ιδιαίτερη σημασία. Πιο πιθανό είναι να μας τα επισημάνει κάποιος άλλος, παρά να τα σκεφτούμε μόνοι μας.
Με επιμονή και πείσμα, πάντως, τελικά κατάφερα να συγκεντρώσω 15 απολύτως άχρηστα στοιχεία περί εμού τα οποία κανείς δε θα ωφεληθεί σε τίποτα μαθαίνοντας. Επειδή όμως θεωρείται εποχή του ανάλαφρου αυτή που διανύουμε, πιστεύω δε θα στενοχωρηθείτε πολύ να τα διαβάσετε, αντίθετα ελπίζω να το διασκεδάσετε, όπως ευχαριστήθηκα κι εγώ τον χρόνο και την ενέργεια που αφιέρωσα στην προσπάθεια να τα συλλέξω.

Ορίστε, λοιπόν:

1 -Στα τελευταία χρόνια του δημοτικού σχολείου, κάθε καλοκαίρι συνήθιζα να τριγυρνάω τα μεσημέρια, που οι υπόλοιποι κοιμούνταν, στον κήπο του πατρικού μου σπιτιού (που είναι μεγάλος σαν κτήμα) και να πιάνω τα τζιτζίκια, μικρά και μεγάλα, που έβρισκα στους κορμούς των αμυγδαλο-πορτοκαλο-μανταρινιών μας. Με τον καιρό έγινα μάλιστα τόσο καλή σε αυτό, που άρχισα να γεμίζω βάζα ολόκληρα με τζιτζίκια -ώσπου στο τέλος σταμάτησαν να έρχονται τζιτζίκια στον κήπο μας κι εγώ δεν έβρισκα πια κανένα για να εξασκήσω τη θηρευτική μου δεινότητα.

2 -Στα πολύ-πολύ μικράτα μου, διασκέδαζα να παραμονεύω το πότε η συνονόματη γιαγιά μου θα έβγαινε από την πόρτα του δωματίου της, για να ξαπλώσω στο πάτωμα μπροστά της και να την τρομάξω,κάνοντας την πεθαμένη. Η γερόντισσα, για να μου κάνει το χατήρι, δήθεν ξαφνιαζόταν και ψευτοξεφώνιζε, ενώ δεν παρέλειπε, όταν τελικά αποδεικνυόμουν ζωντανή, να μου λέει "Αν όμως πεθάνεις στ'αλήθεια και δε σ'αρέσει, πώς θα γυρίσεις πίσω;" (πρέπει να ήταν η πρώτη μου επαφή με την έννοια του undo αυτή).

3 -Από τις πιο διασκεδαστικές μου αναγνωστικές στιγμές ήταν ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Θάκερυ "Το πανηγύρι της ματαιοδοξίας", στο οποίο περιγραφόταν με αξεπέραστο αγγλικό χιούμορ η τσιγκουνιά κάποιου, αποτέλεσμα της οποίας ήταν να ψοφήσουν τα ζωντανά του: με θυμάμαι να γελάω λεπτά ολόκληρα όταν είχα φτάσει σε εκείνο το σημείο του βιβλίου!

4 -Στα εφηβικά μου χρόνια ήθελα για κατοικίδιο ένα κοράκι ή ένα γεράκι. Επίσης, ήθελα να μάθω να παίζω βιολί. Ή σαξόφωνο.

5 -Την πρώτη νύχτα της πρώτης φοράς που ξεκίνησα σοβαρή δίαιτα, ενώ μέχρι τότε δε με έθελγαν ιδιαίτερα τα γλυκά, ονειρεύτηκα ένα κολασμένα ζουμερό κέικ σοκολάτας - και με σοκολατένιο γλάσο!

6 -Απεχθάνομαι τις βελόνες των ιατρικών πράξεων. Κάτι που είχε αρκετές φορές διαπιστώσει ο καλός μου παιδίατρος, ο οποίος είχε επανειλημμένως δεχθεί ωραιότατες "καλαμιές", όταν τον επισκεπτόμουν για τα εμβόλιά μου (είχα μακριά πόδια κι εκείνος ήταν ψηλός, οπότε, όσο βρισκόμουν καθισμένη στο εξεταστικό κρεβάτι, το έργο μου ήταν εύκολο). Θα πρέπει να παρουσίαζα πολύ αστείο θέαμα βγαίνοντας από το παιδιατρείο του με κλαμμένα ματάκια, μια καραμέλα στα χέρια και ενα μεγάλο χαμόγελο χαιρέκακης  ικανοποίησης...

7 -Πρέπει να ήμουν δευτεροετής φοιτήτρια. Είχα μόλις αγοράσει ένα δώρο για τη γιορτή καλής φίλης και ήμουν καταευχαριστημένη, γιατί πίστευα πως θα το χαιρόταν πολύ. Οπότε προχωρούσα χαμογελώντας, μέχρι που άκουσα ένα "Αχ, αυτό το χαμόγελο!!!", που ήμουν σίγουρη πως αφορούσε εμένα. Γύρισα αμέσως να δω ποιος είχε μιλήσει και αντίκρισα έναν εξαιρετικά καλοβαλμένο ηλικιωμένο κύριο που είχα προσπεράσει να με κοιτάζει, χαμογελώντας πλατιά κι αυτός. Μέχρι σήμερα, αυτό είναι το κομπλιμέντο που μου εχουν κάνει που το θυμάμαι με τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση.

8 -Έβρισκα πάντα πολύ τρομαχτική τη "Φρουτοπία" (οι κοντά στην ηλικία μου και μεγαλύτεροι θα θυμούνται την παιδική αυτή σειρά της κρατικής τηλεόρασης, τη βασισμένη στις ιστορίες του Τριβιζά)!

9 -Μου αρέσει πολύ το "κριτς-κριτς-κριτς" που κάνει η ηλεκτρική σκούπα όταν ρουφάει σκληρούτσικα σκουπιδάκια! 

10 -Αρνούμαι να τρέχω, ακόμη και για εντελώς σοβαρούς, πρακτικούς λόγους. Δηλαδή, ζήτα μου να τρέξω για να προλάβω ένα λεωφορείο που πρέπει να πάρω και ξεκινάει να φύγει - και θα σε κοιτάξω σαν να είσαι παλαβός!

11 -Πολλά χρόνια πριν, είχα υιοθετήσει έναν όμορφο,άγριο, αδέσποτο τιγρόγατο. Ο οποίος ήταν τόσο ύπουλος, που κάποτε που περπατούσαμε πλάι πλάι, χωρίς να του έχω κάνει τίποτα, σηκώθηκε στα πίσω του πόδια και με δάγκωσε λίγο κάτω από το γόνατο -μάλιστα, με δάγκωσε!!! Ακόμη έχω το σημάδι!

12 -Έχω αδυναμία, μεταξύ άλλων, σε σελιδοδείκτες, ευχετήριες κάρτες, σημειωματάρια. Κι επειδή, όπου βρω κάτι όμορφο από τα παραπάνω, το αγοράζω, έχω καταλήξει σχεδόν να έχω κάνει συλλογή στα είδη αυτά!

13 -Αγαπημένος αρχαιολογικός χώρος ο Μυστράς. Τον θεωρώ πολύ ατμοσφαιρικό τόπο.

14 -Έχω βρεθεί σε μόλις τρεις γάμους στη ζωή μου: την πρώτη φορά ήμουν 5-6 ετών (και δε θυμάμαι τίποτα), στα 17 μου πήγα στον δεύτερο και το προηγούμενο καλοκαίρι, στον τρίτο.

15 -Τους τελευταίους μήνες διανύω την πουά μου περίοδο: πουά μαντήλια, πουκάμισα, σκουλαρίκια, μαξιλαροθήκες, έχουν βρει τη θέση τους στο σπίτι.

Παίζετε κι εσείς; Ποιες ασήμαντες πληροφορίες μπορείτε να σκεφτείτε για τους εαυτούς σας;

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

Στους γενναίους εμπιστεύομαι τον εαυτό μου

Στους γενναίους.
Σε εκείνους που δεν καταστρέφονται από την έκφραση μιας αρνητικής άποψης για το άτομό τους ή ό,τι άλλο τους αφορά, που καταλαβαίνουν πως το ζητούμενο είναι η επικοινωνία και όχι η επιβεβαίωση. Που μπαίνουν ολόκληροι στη συζήτηση, στην ανταλλαγή, πρόθυμοι να εξερευνήσουν, δεκτικοί σε όσα ανακαλύψουν στη διαδρομή. Που διαχειρίζονται τη δυσαρέσκειά τους, για να συνεχίζουν να είναι παρόντες. Που διακρίνουν την ουσία και δεν παρασύρονται από τους προσωπικούς τους αντιπερισπασμούς. (Και έτσι μπορείς να τους μιλάς ελεύθερα, χωρίς λογοκρισίες.)
Σε εκείνους που είναι επαρκώς ενήλικοι, ώστε να συνειδητοποιούν πως ο χρόνος μας δεν ειναι ατελείωτος, για να τον ξοδεύουν απομακρυνόμενοι από όσους και όσα αληθινά επιθυμούν, αντί να προσπαθούν να τα πλησιάζουν.
Σε εκείνους που δε θα κρύψουν προθέσεις, συναισθήματα, αδυναμίες, από τύψεις ή φόβο ή ανασφάλεια ή πλεονεξία ή  ... .
Σε εκείνους που ζητούν συγνώμη όταν κάνουν λάθος, χωρίς να υπολογίζουν από πριν πόσο θα τους κοστίσει. Και δεν περιμένουν απλά να περάσει καιρός για να παραγραφεί το σφάλμα τους - επειδή μαντεύουν ότι οι ημέρες, οι μήνες, τα χρόνια, μπορούν να λειτουργήσουν εναντίον τους: να διορθώσουν τη ζημιά που έκαναν, να κλείσουν την πληγή που προκάλεσαν, αφήνοντας απ' έξω τις δικές τους εξηγήσεις, καθιστώντας τις περιττές μετά από πολλή καθυστέρηση. Κάνοντάς τους ξένους.
Σε εκείνους που αντέχουν τις επιθέσεις, που χαμογελούν με σοφία στις επιπόλαιες μικροπρέπειες και στις περαστικές έχθρες, που νιώθουν τη θλίψη πίσω από τον θυμό σου και ακούν τα λόγια στις σιωπές σου (άρα έχουν περάσει νωρίτερα από τα μονοπάτια σου, είναι λίγο συγγενείς).
Σε εκείνους που σου επιτρέπουν να τους πλησιάσεις, επιτρέπω να με πλησιάζουν. Με εκείνους που αντιλαμβάνονται την αξία του "συνομιλητή", συνομιλώ. Με αυτούς κάνω σχέσεις, σε αυτούς εμπιστεύομαι τον εαυτό μου, γιατί μπορούν να τον κρατήσουν. (Τα υπόλοιπα είναι "των σχέσεων και των συναναστροφών η καθημερινή ανοησία", η φασαρία του κόσμου.)
Και σε αυτούς τους γενναίους, τους ελάχιστους, ομολογώ πόσο ανεκτίμητοι είναι, πόσο με ανακουφίζει και με παρηγορεί η ύπαρξή τους κοντά μου - σαν φωτάκια από πλεούμενα γειτονικά στη νυχτερινή, κατασκότεινη θάλασσα, που θα έλεγε κάποιος. Γιατί τα μυστικά "δεν τα κρατάς για να μένουν κρυμμένα". Και είναι ίσως η μεγαλύτερη απόλαυση το να σε ανακαλύπτουν.

Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016

L' amica geniale!

Εδώ και καιρό, το όνομα της 'Ελενα Φερράντε το έβλεπα σχεδόν συνεχώς. Τους τελευταίους μήνες, μαζί με το όνομά της, έβλεπα και τον τίτλο του βιβλίου της "Η υπέροχη φίλη μου", του πρώτου μέρους της Τετραλογίας της της Νάπολης, που εκδόθηκε στα Ελληνικά την προηγούμενη χρονιά. Και πάντα, οι κριτικές ήταν θετικές, το λιγότερο. Έως εγκωμιαστικές.
Λοιπόν, με τόση έκθεση, έστω και έμμεση, στη Φερράντε, στο τέλος λειτούργησα αντιδραστικά και απέφευγα να διαβάσω οποιοδήποτε έργο της. Αν και αρχικά μού είχε κινήσει την περιέργεια η συγγραφέας της οποίας η ταυτότητα παραμένει άγνωστη, ένιωθα σαν να την είχα βαρεθεί πριν ακόμα πιάσω στα χέρια μου κάποιο βιβλίο της, βλέποντας το όνομά της και διαβάζοντας κριτικές για το βιβλίο της περίπου παντού. Το ότι είχε γίνει κάτι σαν trend, μια μόδα της εποχής, με απέτρεπε. Επιπλέον, είχα την αίσθηση (και κατηγορώ γι' αυτή το εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης, μάλλον) πως "Η υπέροχη φίλη μου" ήταν "γυναικεία" λογοτεχνία - που, για μένα, έχει τη σημασία της "δεύτερης κατηγορίας".
Κάτι εβδομάδες νωρίτερα, ωστόσο, διαπίστωνα με απογοήτευση ότι χρειαζόμουν ένα εύπεπτο σχετικά βιβλίο, για να περάσω στη συνέχεια, έχοντας προθερμανθεί με αυτό, στα πιο "σοβαρά" αναγνώσματα που είχα φυλάξει για το καλοκαίρι. "Η υπέροχη φίλη μου", λόγω της περιφρόνησης με την οποία ως τότε την αντιμετώπιζα, έθεσε ιδανική υποψηφιότητα. Έτσι, αγόρασα το βιβλίο της Φερράντε.
Το πρώτο πράγμα που μου έκανε θετική εντύπωση όταν το έπιασα στα χέρια μου, αν και δεν περιμένω να με καταλάβουν πολλοί, ήταν το ίδιο το βιβλίο, ως αντικείμενο. Ένα ευλύγιστο αλλά ταυτόχρονα στιβαρό (436 σελίδες είναι αυτές) ορθογώνιο, που δεν έχασε, όπως και το περίμενα, το σχήμα του ακόμη και μετά την "κακομεταχείριση" που του επεφύλαξα. (Είναι ωραίο να έχεις ένα βιβλίο που και μετά τη χρήση, διατηρεί την αρχική του, άψογη εικόνα. Ιδιοτροπίες αισθητικής φύσεως.)
Η ανάγνωση ξεκίνησε. Στις πρώτες σελίδες, ένας "Κατάλογος ονομάτων" των ηρώων του μυθιστορήματος, των οικογενειών που ζούσαν στη γειτονιά της και αποτελούσαν το μικροσύμπαν της αφηγήτριας. Αισθάνθηκα σαν να διάβαζα θεατρικό έργο. Όταν, όμως, πήρε το μάτι μου εκείνο το "Δον Ακίλλε Καρράτσι, ο δράκος των παραμυθιών" ήρθε στο μυαλό μου ο  Μάρκες με τον αντιπαθητικό σε μένα μαγικό ρεαλισμό του και φοβήθηκα λίγο για το στυλ της αφήγησης. Ευτυχώς, με εξαίρεση ελάχιστα αποσπάσματα στα οποία η βία ήταν τόσο ... βίαιη που γινόταν εξωπραγματική (όπως, για παράδειγμα, όταν ο πατέρας της "υπέροχης φίλης", σε έναν καυγά τους, την εκσφενδόνισε από το παράθυρο του σπιτιού τους κι εκείνη προσγειώθηκε στο δρόμο), κατά τα άλλα η ιστορία κυλούσε ρεαλιστικά, ή, καλύτερα, ήταν πιο κοντά στις δικές μου εγγραφές.
Η 'Ελενα και η Λίλα, λοιπόν. Οι δύο φίλες. Η καλόβολη, έξυπνη, συμπαθητική Έλενα και η "υπέροχη", μοχθηρή, χαρισματική Ραφαέλλα - γνωστή σε όλους ως Λίνα και Λίλα μόνο για την Έλενα (η οποία, μάλιστα, αν ποτέ την αποκαλούσε Λίνα ή Ραφαέλλα, η τελευταία θα νόμιζε ότι η φιλία τους είχε τελειώσει, όπως μας πληροφορεί). Η φιλία τους ξεκίνησε όταν, σε μια ακόμη δοκιμασία θάρρους από εκείνες που σκαρφιζόταν η Λίλα και ακολουθούσε η Έλενα - την πιο τρομακτική-, η Λίλα κονταστάθηκε και έτεινε το χέρι στην Έλενα. Και όλα μεταξύ τους άλλαξαν.
Η Φερράντε εξιστορεί μια ιστορία ζωής, ή μάλλον δύο ιστορίες ζωής. Τη μία δίνει την εντύπωση πως την ξέρει εκ των ένδον, την άλλη την παρατηρεί και την περιγράφει. Το πρώτο βιβλίο της Τετραλογίας της καλύπτει την παιδική και εφηβική ηλικία των δύο ηρωίδων της. Με γλώσσα παιδική πρώτα και εφηβική μετά, καταγράφει αντίστοιχα παιδικές και εφηβικές ανησυχίες, ψυχανεμίσματα, έγνοιες, βιώματα, στοχασμούς - με τη σοβαρότητα που έχουν όλα αυτά για τα παιδιά και τους εφήβους. Παράλληλα, αφηγείται την ιστορία μιας υποβαθμισμένης γειτονιάς της Νάπολης και της πόλης της ίδιας, από τη δεκαετία του '50 (με αναφορές και στα χρόνια λίγο πριν) και μετά, με τη βία, τη μαύρη αγορά, την παραβατικότητα, την τοκογλυφία, τη μεταπολεμική μιζέρια, τις σχέσεις με την Καμόρα.
Από τη μικροκοινωνία τους επιθυμούν και οι δύο να απαλλαγούν. Να αρθούν υπεράνω της,για να μη μπορεί να τις επηρεάζει. Καταλαβαίνουν από πολύ μικρές την ένταση, την ασχήμια, κάτι σκοτεινό που πλανάται πάνω από τα κεφάλια τους και τους μαυρίζει τις ζωές. Σιγά σιγά αυτό το "κάτι" τούς γίνεται όλο και πιο σαφές, όπως όλο και σαφέστεροι, συγκεκριμένοι, γίνονται οι τρόποι με τους οποίους προσπαθούν να αλλάξουν, να διαφοροποιηθούν από τον περίγυρό τους που απορρίπτουν. Έχουν και οι δύο τις ικανότητες (αν και αρχικά "θα βάζαμε τα χρήματά μας" στη Λίλα, η οποία "απέχει παρασάγγας από όλους"), στην πορεία, ωστόσο, η μία μένει πίσω, μπερδεύεται , αποπροσανατολίζεται ίσως; Ενδεχομένως, επειδή αγωνιά να σώσει και άλλους, εκτός από τον εαυτό της, εμποδίζεται στη δική της διαδρομή.
Μια ιστορία πάλης με το "έξω", είναι η "Υπέροχη φίλη μου". Που, φυσικά, προϋποθέτει ένα παρόν, συγκροτημένο (ανάλογα με την ηλικία), διαφορετικό "μέσα", που θα έρθει σε αντιπαράθεση μαζί του. Το οποίο και οι δύο πρωταγωνίστριες διαθέτουν. Στο βιβλίο περιγράφονται και οι δύο "αντίπαλοι", εσωτερικό και εξωτερικό περιβάλλον. Κι αρχίζουμε να παρακολουθούμε πώς θα επιδιώξουν οι φίλες να ορίσουν τους εαυτούς τους και τις ζωές τους.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, γίνεται η αφήγηση της μεταξύ τους σχέσης, της φιλίας τους. Η οποία απέχει πολύ από το να είναι μια "αγιογραφία" φιλίας. Οι στοργικές στιγμές είναι ελάχιστες. Ο ανταγωνισμός κυριαρχεί. Στην αρχή η σχέση φαίνεται άνιση, όπως άνισα μοιάζουν να είναι και τα άτομα. Η Λίλα είναι το λαμπερό ταλέντο, η ανεξάρτητη δύναμη, η Έλενα η δυνατότητα που με πολλή δουλειά θα γίνει ικανότητα - αλλά θα γίνει. Φαίνεται σαν να τρέχει πάντα να τη φτάσει. Στην πραγματικότητα, όμως, η κάθε μία γίνεται το όργανο της εντελέχειας για την άλλη, λειτουργώντας ως το χειροπιαστό της κίνητρο. Πάντως, πίσω από όλα, τον θαυμασμό, την εκτίμηση, την αναγνώριση, την κακία, την καλοσύνη - αυτή η αίσθηση συγγένειας μεταξύ τους, ομοιότητας πνευματικής, της ιδιότητας του συνοδοιπόρου, αγάπης. Η Λίλα δεν αγαπάει κανέναν περισσότερο, της εξομολογείται προς το τέλος του βιβλίου. Και η Έλενα θα έχανε την πυξίδα της, την ένταση και το πάθος της ζωής της, αν έλειπε η Λίλα, τής είναι αναντικατάστατη. Είναι στιγμές που το δέσιμό τους μοιάζει ερωτικό.
Όσο για το "εύπεπτον" του βιβλίου; Λάθος έκανα. Δεν είναι ανάλαφρη λογοτεχνία, η λογοτεχνία της Φερράντε. Είναι λογοτεχνία αξιώσεων, με περιγραφές εκφραστικής δεινότητας που ζήλεψα και σκέψεις που χρειαζόταν να μισοκλείσω κι εγώ τα μάτια, όπως έκανε η "κακιά" φίλη όταν προσπαθούσε διανοητικά, για να συγκεντρωθώ και να μπω στο νόημα των όσων έγραφε. Το απόλαυσα ειλικρινά, όμως. Όπως πιστεύω ότι θα απολαύσω και τα υπόλοιπα βιβλία της Τετραλογίας της Νάπολης, όταν εκδοθούν κι αυτά.